Ο Ετεροπροσδιορισμός και η Αναβλητικότητα ως παθογένειες της ελληνικής Εξωτερικής Πολιτικής.


Γράφει ο Στέφανος Καραβίδας

Επισμηναγός (ε.α) , υποψήφιος Διδάκτορας στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών στο ΕΚΠΑ.


(αναδημοσιεύουμε από το ikaros.net.gr)

Στο συνεχώς μεταλλασσόμενο γεωπολιτικό και διπλωματικό περιβάλλον, η «τίμια Ελλάς» παρακολουθεί στατικά και εν πολλοίς άπραγη τα τεκταινόμενα, χωρίς να επιθυμεί να παίξει κάποιο ρόλο ή να διαμορφώσει καταστάσεις. Απλά, από τύχη, εξ αλληλεπιδράσεως ή από «σπόντα» βρίσκεται εν μέσω συμμαχιών και καταστάσεων. Η χώρα μας, από τη μία συνεχώς αυτολογοκρίνεται ως απόρροια των ενοχικών συνδρόμων του «Διεθνούς Δικαίου» και από την άλλη σταθερά ετεροπροσδιορίζεται, αρνούμενη να ακολουθήσει αυτόνομη και ανεξάρτητη στρατηγική στη βάση αποκλειστικά του «Εθνικού Συμφέροντος». Το πρόβλημα του «ετεροπροσδιορισμού» άρχισε ευθύς αμέσως μετά την δολοφονία του Κυβερνήτη Καποδίστρια, με τη δημιουργία «αγγλικού», «γαλλικού» και «ρωσικού» κόμματος και με διάφορες εκφάνσεις σε όλες τις εθνικές τραγωδίες, έφτασε έως τις μέρες μας όπου ακόμη συζητάμε εάν «ανήκουμε στην Δύση» ή στον εαυτό μας… Έως τώρα αποτύχαμε να χαράξουμε μία ανεξάρτητη εθνική πολιτική, εγείροντας ή ακόμη και δημιουργώντας ζητήματα και απαιτήσεις σε βάρος των προκλητικών γειτόνων μας. Επίσης, δεν αναπτύξαμε με δικές μας ενέργειες πόλους επιρροής, ούτε στρατηγικές συμμαχίες, δεδομένου ότι δεν έχουμε στρατηγικές επιδιώξεις. Και στρατηγικές επιδιώξεις δεν μπορούν να αποτελούν οι καθυστερημένες και σπασμωδικές αντιδράσεις μας στις τουρκικές πρωτοβουλίες. Με ποδοσφαιρικούς όρους, «δεν δημιουργούμε παιχνίδι». Απλά προσπαθούμε να επωφεληθούμε από τις μεταβολές στα γεωπολιτικά σύμπλοκα που μας αφορούν, τις οποίες προκαλούν οι τουρκικές γεωστρατηγικές επιδιώξεις.

Και ενώ λοιπόν για αρκετά χρόνια αναχαιτίζαμε τουρκικά αεροσκάφη στα οποία επέβαιναν ισραηλινοί εκπαιδευτές, την εποχή που ήταν ενεργός ο άξονας Τουρκίας-Ισραήλ, βρισκόμαστε σήμερα «εξ αλληλεπιδράσεως» και στην ουσία κατόπιν πρόσκλησης –και όχι δράσεώς μας– σε έναν αντίστοιχο ενεργειακό, διπλωματικό και στρατιωτικό άξονα με τον πρώην σύμμαχο της Τουρκίας. Σε αντίστοιχη σχέση και με τον έτερο πρώην στενό σύμμαχο της Τουρκίας, την Αίγυπτο. Η περίπτωση της Αιγύπτου έχει ξεχωριστή σημασία σε σχέση με την νέο-οθωμανική Τουρκία καθώς ανεξαρτήτως του τωρινού καθεστώτος (Σίσι), αποτελεί την αδιαμφισβήτητη ηγέτιδα χώρα του μουσουλμανικού κόσμου και την κληρονόμο του θεσμού του Χαλιφάτου, το οποίο καταργήθηκε από τον Κεμάλ το 1924. Το Χαλιφάτο πέρα από τις όποιες διπλωματικές, ενεργειακές, οικονομικές επιδιώξεις, αποτελεί ένα σοβαρό αγκάθι μεταξύ του νέο-οθωμανισμού και του καθεστωτικού σουνιτικού αραβικού ισλάμ, στο οποίο υφέρπει η απειλή της ριζοσπαστικής Μουσουλμανικής Αδελφότητας.

«Ούτως εχόντων των πραγμάτων» λοιπόν, αυτή η τριμερής σχέση υφίσταται και καλώς υφίσταται. Το παρόν άρθρο δεν έχει σκοπό να εξετάσει τους λόγους που οδήγησαν στη δημιουργία της, αλλά τις παγίδες για τον ελληνισμό (Ελλάδα-Κύπρος) οι οποίες σχετίζονται με τις μόνιμες παθογένειες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, με σοβαρότερες αυτές του Ετεροπροσδιορισμού και της Αναβλητικότητας.
Αναφορικά με τον Ετεροπροσδιορισμό, από την τωρινή (παροδική) σχέση με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, μοιάζουμε τόσο πολύ κολακευμένοι, σε σημείο που να έχει δημιουργηθεί μία ψευδαίσθηση ασφάλειας, καθώς «κάποιοι άλλοι θα κάνουνε πάλι για εμάς τη δύσκολη δουλειά». Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, «το κράτος του Ισραήλ με το δυνατό εβραϊκό λόμπι, μας έχουν θέσει κάτω από τις φτερούγες τους και εγγυώνται την προστασία της Ελλάδος και ειδικά της Κύπρου(όπου έχουμε δώσει γη και ύδωρ)», ενώ η Αίγυπτος (μαζί με τα ΗΑΕ) θα «καθαρίσει αντί για εμάς στη Λιβύη». Ο ελληνικός «διπλωματικός ετεροπροσδιορισμός» φάνηκε περίτρανα ειδικά στην περίπτωση της Λιβύης, την οποία ανακαλύψαμε κοιμώμενοι πριν λίγους μήνες, μετά την υπογραφή του λεγόμενου τουρκολιβυκού συμφώνου.

Με λίγα λόγια, η πολιτική μας (αν υπάρχει), προσδιορίζεται όχι από τον εθνικό μας σχεδιασμό μας στη βάση του Εθνικού Συμφέροντος, αλλά από τις ενέργειες άλλων παικτών της περιοχής στις οποίες αντιδρούμε. Ακόμη και αν ο «διπλωματικός ετεροπροσδιορισμός» μας δεν δημιουργεί πολιτική, εντούτοις, «ούτως εχόντων των πραγμάτων» δεν αποτρέπει «εξ αλληλεπιδράσεως» όπως αναφέρθηκε, να βρεθούμε από πλευράς συμμαχιών προσωρινά σε ευνοϊκή θέση. Ωστόσο, η διαρκής αναβλητικότητά μας, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην γεωπολιτική και μοιραία στην εθνική μας συρρίκνωση. Και αυτό γιατί η παρούσα κατάσταση δεν θα παραμείνει εσαεί ως έχει. Μία αλλαγή του προσωποπαγούς καθεστώτος στην Τουρκία είναι θέμα χρόνου είτε λόγω πολιτικών εξελίξεων (υποκινούμενων και από το εξωτερικό), είτε απλούστερα λόγω φυσικής φθοράς του Ερντογάν. Στο συγκεκριμένο όχι σενάριο αλλά αναμενόμενο γεγονός, είναι δεδομένο ότι οι δύο σύμμαχοί μας θα επαναπροσδιορίσουν την σχέση τους με τη νέα Τουρκία, «τραβώντας μας το χαλί κάτω από τα πόδια» και αφήνοντάς μας εκτεθειμένους και μετέωρους στο διπλωματικό μας κενό και την γεωπολιτική μας ανυπαρξία.

Επίσης, αναφορικά με την Αίγυπτο, η παράμετρος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας (αν και επί της παρούσης δεν διαφαίνεται κάτι τέτοιο), μπορεί να επηρεάσει τη σταθερότητα του καθεστώτος Σίσι και κατά συνέπεια τον προσανατολισμό της χώρας. Είναι τότε που η «Στρατηγική περικύκλωση» του Ελληνισμού θα έχει επιτευχθεί, με απότοκο να σβηστεί το γεωπολιτικό μας αποτύπωμα από το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. «Ούτως εχόντων των πραγμάτων», η απάντηση στο πότε πρέπει να προχωρήσουμε σε ενέργειες για Αιγιαλίτιδα ζώνη, Εθνικό Εναέριο χώρο και ΑΟΖ είναι: ΧΘΕΣ! Σημείωση: «Ούτως εχόντων των πραγμάτων» ή αλλιώς «τα πάντα ρει», επαναλάμβανε ο Πρέσβης ε.τ. και συγγραφέας Γεώργιος Σέκερης, κατά την διάρκεια της συνέντευξης που μου παραχώρησε προ 20ετίας περίπου, στα πλαίσια της διπλωματικής μου εργασίας ως τεταρτοετής σπουδαστής της Σχολής Ικάρων. Η παραπάνω φράση του, την οποία πλαισίωνε το γνωστό ρηθέν του Ηρακλείτου, αποτυπώνει απλά αλλά δυνατά (παραστατικά) την κινούμενη και συνεχώς εξελισσόμενη πραγματικότητα στις διακρατικές σχέσεις, ενόσω εμείς απολαμβάνουμε την «διπλωματική μας μακαριότητα».