Ευαγόρας Παλληκαρίδης: Ο νεαρότερος ήρωας της αγχόνης

Γράφει ο Μάριος Καναρίνης.


Είναι κάποιες μορφές των οποίων ο ηρωισμός και το μεγαλείο δε χωράνε λόγια. Μικρές οι λέξεις σε όσα κείμενα κι αν γραφτούν μπροστά στο μεγαλείο τους. Μια τέτοια μορφή ήταν και ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Γεννήθηκε στην Τσάδα, ένα χωριό πάνω από την πόλη της Πάφου στις 27 Φεβρουαρίου 1938. Ήταν το τέταρτο παιδί της Αφροδίτης και του Μιλτιάδη που έμελλε μόλις στην ενηλικίωσή του να δώσει ότι πολυτιμότερο είχε για το ανώτερο ιδανικό. Να θυσιάσει δηλαδή τη ζωή του για την Πατρίδα και την Ένωσή της με την μητέρα Ελλάδα.

Όπως γράφεται και στη συλλογή ‘Δρόμοι Ελευθερίας’ «δεν ήταν μόνο τ’ όνομα του δοξασμένου βασιλιά της Σαλαμίνας που πήρε ο Ευαγόρας. Πήρε και την παλληκαριά και το θάρρος του αρχαίου αυτού προγόνου του όπως και το βαρύτατο χρέος να αγωνιστεί για τη λευτεριά της Κύπρου». Από παιδί ξεχώριζε στα αθλήματα και τα μαθήματα. Τα λουλούδια, τα ποιήματα και τη γλυκιά του Πατρίδα είχε ως τις τρεις μεγάλες του αγάπες. Τι σήμαινε για τον ήρωα η Πατρίδα διαφαίνεται στους στίχους του. Χαρακτηριστικό το ποίημά του με τίτλο «Στην Κύπρο»:

«Για σένα Κύπρο αθάνατη, πατρίδα σκλαβωμένη

θα δώσω από το αίμα μου κάθε σταλαματιά.

Για να σε δω ελεύθερη και χιλιοδοξασμένη,

δε θα διστάσω Κύπρο μου να πέσω στη φωτιά»

Οι απαρχές του Απελευθερωτικού Αγώνα της ΕΟΚΑ βρίσκουν τον Ευαγόρα να συμμετέχει σε αυτόν ποικιλοτρόπως, σε διαδηλώσεις, απεργίες, βομβιστικές επιθέσεις. Μια μέρα γρονθοκόπησε δύο Άγγλους στρατιώτες αφού τους είδε να χτυπούν ένα συμμαθητή του τον οποίο και ελευθέρωσε. Η συμμετοχή του σε διαδηλώσεις κατά τον κατακτητών αποτέλεσαν αιτία που θα τον οδηγούσε στο δικαστήριο. Ένα βραδινό του όραμα εκείνες τις ημέρες τον κατεύθυνε στη μεγαλύτερη απόφαση της ζωής του. Η ‘πανώρια κόρη’ τον κάλεσε να ακολουθήσει τα σκαλοπάτια της ‘που παν στη λευτεριά’. Έτσι μια μέρα πριν τη δίκη ο Ευαγόρας ανέβηκε στα βουνά. Αντάρτης πλέον, λαμβάνει μέρος σε ενέδρες, ανατινάξεις και σαμποτάζ. Ήταν επικηρυγμένος από τους Άγγλους από τις 16 Δεκεμβρίου του 1956. Με τόλμη και αυτοθυσία, και συχνά διακινδυνεύοντας ο ίδιος για την ασφάλεια των συναγωνιστών του, έδωσε πρότυπο αγωνιστικού φρονήματος και πράξης, δηλώνοντας πάντα πως δε θα έφτανε ποτέ στο σημείο να παραδοθεί αλλά θα έπεφτε πολεμώντας στο πεδίο της μάχης αν η ώρα ερχόταν.

Το βράδυ της 18ης Δεκεμβρίου 1956 ενώ η αντάρτικη ομάδα παρόντος του Παλληκαρίδη μετέφερε οπλισμό και εφόδια σε άλλο κρησφύγετο, έπεσε σε ενέδρα βρετανικής στρατιωτικής περιπόλου η οποία ενεργούσε βάσει πληροφοριών που έλαβε. Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης συνελήφθη λέγοντας στους αποικιοκράτες: «Είμαι ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης και πολεμώ για την πατρίδα μου». Το κακό μαντάτο της σύλληψής του δεν άργησε να μαθευτεί. Στις 12 Ιανουαρίου του 1957 μεταφέρθηκε στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας. Η δίκη του που παραπέμφθηκε στο ‘Ειδικό Δικαστήριο’ είχε οριστεί για τις 25 Φεβρουαρίου. Υπήρξε συνοπτική, ενώ ο αγωνιστής παραδέχθηκε με παρρησία: «Γνωρίζω ότι το δικαστήριον θα μου επιβάλει την ποινήν του θανάτου. Εκείνο το οποίο θέλω να πω είναι τούτο: Ότι έκαμα το έκαμα ως Έλλην Κύπριος ο οποίος ζητεί την ελευθερία του. Τίποτε άλλο.»

Στις φυλακές υπέστη φρικτά βασανιστήρια από τους κατακτητές, οι οποίοι αφελείς ως ήταν νόμιζαν πως ο φλογερός αυτός νέος θα λύγιζε, μα ήταν γελασμένοι. Κι αν του είχαν σπάσει τα κόκκαλα, τη σιωπή του δε μπόρεσαν να τη σπάσουν. Μέχρι το μοιραίο βράδυ του απαγχονισμού του, είχε εντυπωσιάσει άπαντες για την εγκαρτέρηση του. Ήταν λες και ζούσε γι’ αυτό. Αταλάντευτη ήταν η πίστη του στο σκοπό για τον οποίο θα έδινε τη ζωή του. Στους συγκρατούμενούς του έδινε θάρρος και ηθική στήριξη. «Όταν πεθάνω», τους είπε, «θα πάω στο Θεό και θα τον παρακαλέσω να είμαι ο τελευταίος που απαγχονίζεται.»

«Τον βρήκα απολύτως ήρεμον χωρίς τήν παραμικράν εκδήλωσιν ταραχής ή λιποψυχίας.» Έτσι περιγράφει ο ιερέας των Κεντρικών Φυλακών Παπαντώνης Ερωτοκρίτου τη στιγμή που συνάντησε τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη πριν την εκτέλεση του, στο βιβλίο του ‘Πως έζησα το δράμα των απαγχονισθέντων’. Σε ένα πραγματικά εξαιρετικό κομμάτι του κειμένου του, συνεχίζει γράφοντας τη συζήτηση που είχε μαζί του: «Όταν συνελήφθη μέσα στο δάσος μέ ένα όπλο, πού δέν μπορούσε νά χρησιμοποιηθή, ήτο νύχτα, και οί σύντροφοι του έτρεξαν και έφυγαν, και δέν συνελήφθησαν. Αυτός όμως δέν έτρεξε να φύγη, και περίεργος γι’ αυτό τοϋ υποβάλλω τήν έρώτησιν: – Γιατί δέν έτρεξες νά φύγης και σύ όπως έκαμαν οί άλλοι; Έσήκωσε τό πρόσωπον του και μέ είδε στά μάτια, γιατί ήτο σκυφτός, και μέ έλαφρόν μειδίαμα μού λέγει. -Τούς επήρα γιά δειλούς, όταν τους ειδα νά τρέχουν.» Τού συνέστησα νά έχη θάρρος μέχρι τέλους και νά μήν άφήση τήν εντύπωση στους Άγγλους δημίους ότι έδειλίασε. – Έχω θάρρος, μού λέγει, και δέν θά δειλιάσω, εύχομαι δέ να είμαι ό τελευταίος. Τά τελευταία του λόγια ήσαν: Τούς χαιρετισμούς μου εις όλους, και εύχομαι σύντομα τήν έλευθερίαν τής Κύπρου». Μόλις λίγο μετά που το ημερολόγιο έγραψε 14 Μαρτίου 1957 ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης άφησε την τελευταία του πνοή.

Ο ήρωας υπήρξε ο νεαρότερος εκ των εννέα απαγχονισθέντων. Στη μόλις 19 ετών πορεία του έχει να επιδείξει ένα βίο ρομαντικό μα παράλληλα ενθουσιώδη και πολυτάραχο. Ένα βίο περήφανο και ηθικό ως προς το χρέος που του επέβαλε η αγάπη για τον τόπο του. Ανήσυχο πνεύμα ο Ευαγόρας που δεν συμβιβάστηκε ποτέ με την κατοχή της πατρίδας του. Η απελευθέρωση της Κύπρου και η Ένωση της με τη μάνα Ελλάδα ήταν αυτοσκοπός για τον αθάνατο ήρωα. Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης αποτελεί ίνδαλμα βίου για όλους εμάς τους νέους και οφείλουμε να δείξουμε όταν η στιγμή το απαιτήσει ότι η θυσία του δεν πήγε χαμένη. Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης όπως και όλοι οι ήρωες της ΕΟΚΑ θα κατέχουν για πάντα μια θέση στο Πάνθεο των Αθανάτων Ηρώων. Οφείλουμε να τους έχουμε καθοδηγητικό φάρο στον όποιας μορφής αγώνα μας για Ελευθερία.

ΔΟΞΑ ΚΑΙ ΤΙΜΗ!


*Πληροφορίες για τα παιδικά χρόνια του ήρωα όπως και για τη δράση του έχουν παρθεί από το βιβλίο «Ευαγόρας Παλληκαρίδης» της συλλογής ‘Δρόμοι Ελευθερίας 55-59’ όπως και από τη διαδικτυακή έκδοση του ενημερωτικού φυλλαδίου της Οικείας -Μουσείου του ήρωα: evagoras pallikarides gr.pdf (ucy.ac.cy).