Ο Πολιτισμός στις Διεθνείς Σχέσεις

Γράφει ο Παναγιώτης Ευριπίδου

Πολιτικός Επιστήμων

Ο πολιτισμός αποτελεί στην σύγχρονη μελέτη των διεθνών σχέσεων ένα εργαλείο κατανόησης, ανάλυσης και ερμηνείας του κόσμου. Μετά κυρίως και την πτώση του κομμουνισμού, με την παράλληλη ανάδυση των ΗΠΑ και του δυτικού κόσμου ως ηγεμονική δύναμη διαχείρισης της παγκόσμιας τάξης, έχουμε μεταφερθεί σταδιακά σε νέα μοντέλα σύγκρουσης και ανταγωνιστικότητας των κρατών, μέσα από το πρίσμα του πολιτισμού ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής, διπλωματικών επαφών και παραγωγή πολιτικής.

Αρχικά, για να μπορέσουμε να εξηγήσουμε τον πολιτισμό ως εργαλείο θεωρίας των διεθνών σχέσεων, οφείλουμε να κατανοήσουμε την εννοιολογική και ιστορική του σημασία. Οι κοινότητες που δημιουργούνται σε πόλεις και χωρία, μέσα από κατηγορίες όπως δίκτυα οικογενειακά, εθνοτικά, φυλετικά και θρησκευτικά, παράγουν ένα είδος κουλτούρας. Αυτό το είδος σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων, δίνει ακριβώς τον τρόπο ζωής που ακολουθάνε και την κοινωνική συνοχή των δεσμών μεταξύ τους. Η γλώσσα και η τέχνη, καθώς και η λογοτεχνία, αποτελούν δομικά στοιχεία των δεσμών που παράγει η κάθε κουλτούρα. Συμπερασματικά, ο πολιτισμός είναι μία ανεξάντλητη πηγή ηθικού, πνευματικού και υλικού πλούτου. Εφόδιο ζωής για την ανθρώπινη ύπαρξη, με αποτέλεσμα να επηρεάζει τη διπλωματία, τον τρόπο σκέψης και φακό προσέγγισης των διεθνών σχέσεων και της εξωτερικής πολιτικής των κρατών. Η ”σύγκρουση των πολιτισμών”, με το συνδυασμό της τεχνολογίας και των οπλικών συστημάτων, έχουν δώσει μία νέα προσέγγιση ανάλυσης του νέου αυτού κόσμου, οδηγώντας τα αναδυόμενα κράτη σε τροχιά αμφισβήτησης του ηγεμονικού ρόλου της Δύσης.

Η αναγνώριση λοιπών αυτών των ταυτοτήτων, απολαμβάνεται από την συναίνεση και διάρκεια μέσα στη κοινότητα. Οι κοινωνίες προσδιορίζουν εσωτερικά και εξωτερικά σύνορα, καθώς ωθούν τα άτομα και τις κοινότητες να πιστεύουν στην αξία της κουλτούρας τους και στη σημασία της ιδιαιτερότητας τους. Οι κουλτούρες ενσωματώνουν σχεδόν πάντα ιδέες και συνήθειες που στηρίζουν τα σχήματα της κυριαρχίας ή της ηγεμονίας εντός και μεταξύ των κοινωνιών.

Είναι ιστορικά παραδεκτό πως οι θρησκευτικές αντιλήψεις έχουν ασκήσει την μεγαλύτερη επιρροή μέσα στο χρόνο. Η διάδοση ύπαρξης θεών καθώς και ο καθορισμός του τρόπου ζωής και αξιών, έχουν δώσει στις θρησκείες την πίστη που απαιτείται για την ανθρώπινη ύπαρξη. Το πρότυπο που έχει καθιερωθεί από τα θρησκευτικά δόγματα δίνει στους περισσότερους πιστούς και στις κοινωνίες των πιστών ένα ηθικό πυρήνα, ένα κοινοτικό πνεύμα και ένα οδηγό προς την κοινωνική σταθερότητα.

Χαρακτηριστικά, ο Χριστιανισμός και το Ισλάμ προσφέρουν καθολικές αξίες στην κοινότητα του ανθρώπινου γένους. Ως φορέας περί ”πολιτισμικής αυθεντικότητας”, εκπροσωπούμενος από παπάδες, μουλάδες και γκουρού, και γενικά όσοι θεωρούνται αρμόδιοι να τα μεταδίδουν, αποτέλεσμα είχε εισέλθουμε σε μία ιστορική περίοδο ανάδειξης θρησκευτικών και πολιτισμικών αυτοκρατοριών, κυρίως κατά την περίοδο του Μεσαίωνα.

Μεταγενέστερα όμως, από τον 18 αιώνα, η ανάδυση του δυτικού Διαφωτισμού είχε δώσει την ευκαιρία στους ανθρώπους να αμφισβητήσουν την εγκόσμια Κυβέρνηση και το θεό, αμφισβητώντας ως θεωρία τα θρησκεύματα. Ωστόσο, η θρησκεία είχε διατηρήσει την επιρροή της στους ανθρώπους. Συγκεκριμένα, από την δεκαετία του 1970, η άνοδος του Ισλάμ υπήρξε ένα από τα κυριότερα γεγονότα του 20ου αιώνα, ενώ παράλληλα στην Ινδία οι κοσμικοί πολιτικοί θεσμοί, αμφισβητήθηκαν από την άνοδο ινδουιστικών κινημάτων. Επιπρόσθετα στην Κίνα, η σταδιακή χαλάρωση από τις κομμουνιστικές δομές, επέτρεψε την έξαρση τοπικών πολιτισμικών φρονημάτων.

Το ξέσπασμα των διακοινοτικών συγκρούσεων υπό το πρίσμα θρησκευτικών προκαταλήψεων σχεδόν σε όλη την νοτιοανατολική Ασία, άρχισε να αναζωπυρώνεται. Παράλληλα, στα πρώην ανατολικά κομμουνιστικά κράτη της Ευρώπης και την Ρωσία , η Ορθοδοξία κατέλαβε τον δημόσιο χώρο που άφησε πίσω του το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Επικρατέστερη πλέον είναι η άποψη της αναγκαιότητας της κουλτούρας για τους ανθρώπους και τα κράτη, ούτως ώστε να κατανοήσουμε το πώς σκέφτονται, ζουν και λειτουργούν οι διαφορετικές κοινότητες στον κόσμο, ώστε να μπορέσουμε να τεκμηριώσουμε τις γεωπολιτικές αλλαγές.

Προχωράμε τώρα σε συγκεκριμένη πολιτισμική ταυτότητα, αυτή του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού. Η Ευρωπαϊκή ταυτότητα, πηγάζει από την αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή κληρονομιά, όπου οδηγήθηκε σταδιακά στη νεοτερικότητα του έθνους κράτους και της επιστήμης. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της Ευρώπης ήταν το σύνθημα ”εμείς” και οι ”άλλοι”, όπου εντός της ευρωπαϊκής επικράτειας, οι αρχές και αξίες ήταν εφαρμοστές, ενώ στον υπόλοιπο κόσμο όχι. Ταυτοχρόνως λοιπόν της δημιουργίας Ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών, η επιβολή της κουλτούρας τους εφαρμοζόταν διά της βίας. Σταδιακά και μόνο στα μέσα του 20ου αιώνα, άρχιζαν να αλλάζουν οι ευρωπαϊκές πεποιθήσεις σχετικά με την πολιτισμική ανωτερότητα, αν και η ιδέα ότι η Δύση εκπροσωπούσε ένα προοδευτικό πρότυπο συνέχισε να υφίσταται.

Ο Δυτικός πολιτισμός, ενσωμάτωνε τόσο το φυσικό όσο και τον εννοιολογικό μετασχηματισμό με τις θεοκρατικές, τις μοναρχικές και τις εθνικιστικές αξίες να παραγκωνίζονται από το φιλελεύθερο ιδανικό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και της ελεύθερης αγοράς. Ο Φιλελευθερισμός συμβάδιζε με τις αντιφάσεις της αυτοκρατορικής κατάκτησης, της φυλετικής υποδούλωσης και της αποικιοκρατικής κυριαρχίας. Πράγμα που άλλαζε άρδην το τρόπο άσκησης πολιτικής από τα δημοκρατικά πλέον κράτη της Δύσης.

Σήμερα οι πιο μεγάλοι πολιτισμοί, ο ευρωπαϊκός, ο ισλαμικός, ο ινδικός και ο κινέζικος, έχουν επηρεαστεί από τον φιλελεύθερο δυτικό τρόπο ζωής, κυρίως λόγο της παγκοσμιοποίησης και της ηγεμονίας των ΗΠΑ. Αυτό λειτούργησε λόγο και του θριάμβου της Δύσης έναντι του Κομμουνισμού, με το τέλος του ψυχρού πολέμου και την επανάσταση στην τεχνολογία της επικοινωνίας.

Η παγκοσμιοποιημένη πλέον κουλτούρα όμως συναντά έναν πολυπολιτισμικό κόσμο. Αυτό καλούνται σήμερα να κατανοήσουν οι πολιτικοί και θεωρητικοί αναλυτές υπό το πρίσμα των ομοιοτήτων και διαφορών της νέας εποχής. Είναι γεγονός ότι η καταναλωτική κουλτούρα των παγκόσμιων αυτοκρατοριών των ΗΠΑ, της Ευρώπης και Ιαπωνίας, έχουν δώσει μία νέα ”αποδεαφικοποιημένη” γεωπολιτική τάξη με την ηγεμονία του ”διεθνικού φιλελευθερισμού”.

Περάσαμε κατά τον 21ο αιώνα στην ιδεολογία της νέας αγοράς, στηριζόμενη από διεθνείς θεσμούς, νόρμες και αξίες. Μεγάλο μέρος του κόσμου έχει πλέον ενταχθεί στο νέο σχέδιο οικονομίας της παγκόσμιας αγοράς, με σκοπό την αναβάθμιση ισχύος των οικονομικών και διπλωματικών τους εργαλείων, μέσα σε ένα ανταγωνιστικό πολυπολικό διεθνές σύστημα.

Σύμφωνα και με τον Benjamin Barber, το κύμα εκδημοκρατισμού που ακολούθησαν οι ΗΠΑ, με τη στήριξη δυτικών κρατών, έχει επιφέρει σημαντικό βαθμό πολιτισμικής διείσδυσης σε τρίτα κράτη. Αποτέλεσμα, οι παραδοσιακές κοινωνικοοικονομικές ηγεμονίες κινδυνεύουν να καταρρεύσουν, καθώς άνδρες και γυναίκες ενθαρρύνονταν να υπολογίζουν την αξία με βάση το χρήμα, την κατανάλωση και την διασκέδαση, αντί με βάση το καθήκον, την κοινότητα και την ευσέβεια. Ο ”οικονομικός άνθρωπος” ήταν απρόθυμος να νοιαστεί για οποιαδήποτε κοινωνικοπολιτική οντότητα.

Το νέο επιστημονικό παράδειγμα των διεθνών σχέσεων, αποτελεί το επονομαζόμενο πολιτισμικό παράδειγμα. Η σύγκρουση των πολιτισμών, του Samuel Huntington, είχε προειδοποιήσει και αναφέρει για τις γεωπολιτικές αλλαγές στη διεθνή σκακιέρα, που θα αναδύονταν υπό το πρίσμα του πολιτισμού.

Αξιοποιώντας την έννοια του πολιτισμού και της κουλτούρας ως τρόπος ζωής, καλύπτοντας κρίσιμους τομείς της θρησκείας, της εκπαίδευσης, ακόμη και της μαζικής κατανάλωσης, μπορούμε να ασκήσουμε την πολιτισμική προσέγγιση στις διεθνείς σχέσεις. Φεύγουμε με αυτό τον τρόπο σταδιακά από τις παραδοσιακές θεωρίες, εξάγοντας νέα εννοιολογικά εργαλεία κοινωνικής ανάλυσης.

Η μετέπειτα αμφισβήτηση των ΗΠΑ, κατά τον 21ο αιώνα, έχει οδηγήσει στην ασύμμετρη παγκοσμιοποίηση, ενός συστήματος κατακερματισμού της ισχύος. Θεωρίες της ολοκλήρωσης και ομογενοποίησης των πληθυσμών, έρχονται αντιμέτωπες με κύματα πολιτισμικής, θρησκευτικής και ηθικής ετερότητας. Η άνοδος της Κίνας μαζί με την ανάδυση του πολιτικού Ισλάμ, έχουν δώσει νέα σημασία στο διεθνές σκηνικό, με τους πολιτισμικούς παράγοντες να αποκτούν εκ νέου δεσπόζουσα θέση ανάμεσα στα θεωρητικά εργαλεία των διεθνών σχέσεων. Συμπερασματικά, ο πολιτισμός είναι μία ανεξάντλητη πηγή ηθικού, πνευματικού και υλικού πλούτου. Εφόδιο ζωής για την ανθρώπινη ύπαρξη, με αποτέλεσμα να επηρεάζει τη διπλωματία, τον τρόπο σκέψης και φακό προσέγγισης των διεθνών σχέσεων και της εξωτερικής πολιτικής των κρατών. Η ”σύγκρουση των πολιτισμών”, με το συνδυασμό της τεχνολογίας και των οπλικών συστημάτων, έχουν δώσει μία νέα προσέγγιση ανάλυσης του νέου αυτού κόσμου, οδηγώντας τα αναδυόμενα κράτη σε τροχιά αμφισβήτησης του ηγεμονικού ρόλου της Δύσης.