Επίσκεψη Τσαβούσογλου: Η Αθήνα και τα επικοινωνιακά λάθη.

Γράφει η Δρ. Άννα Κωνσταντινίδου,

αναδημοσιεύουμε από το geopolitics.iisca.eu

Θεωρώ, καθώς και πολλοί άλλοι πιο έμπειροι από εμένα, ότι τα άλματα που έχουμε κάνει στην εξωτερική πολιτική μας από το Φεβρουάριο του 2019 είναι μεγαλειώδη και ιδιαίτερα στοχευμένα έχουν βάλει την Ελλάδα μέσα στις χώρες, με ρόλο στη περιοχή μας.

Όμως, για εμένα προσωπικά η τελευταία διήμερη συνάντηση των διπλωματικών αντιπροσωπειων, Ελλάδας και Τουρκίας στην Αθήνα ήταν απογοητευτική.

Γιατί ήταν απογοητευτική; Πολύ απλά γιατί εκπέμπουμε λάθος μηνύματα, δηλαδή έχουμε πρόβλημα στη διαχείριση του επικοινωνιακού μας κομματιού.

Δεν θα πω καθόλου, γιατί έχει ήδη εκτενώς ειπωθεί ότι ενόψει της συνάντησης Μπάιντεν με Ερντογάν στα πλαίσια της Συνόδου του ΝΑΤΟ, η Ελλάδα έπρεπε να εκπέμψει διαφορετικά μηνύματα, δηλαδή τη δυσαρέσκεια της Αθήνας για την προκλητική στάση της Τουρκίας απέναντι σε μία γειτνιάζουσα και μάλιστα στρατιωτικά, συμμαχική χώρα.

Φυσικά, δεν ξέρουμε ό,τι ειπώθηκε στις κατ’ιδίαν επαφές των δύο πλευρών, κάποια δημοσιεύματα των ελληνικών διπλωματικών πηγών κάνουν λόγο ότι η χώρα μας στηλίτευσε το παράνομο casus belli, όπως επίσης στη συνέντευξη τύπου ο Έλληνας ΥπΕξ ανέφερε ότι υφίσταται η εκατέρωθεν γνώση για τη διαφορετική θέση των ζητημάτων που δημιουργούν πρόβλημα στη βελτίωση των διμερών σχέσεων.

Όμως θα πω κάτι και θα επιμείνω σε αυτό: «Η γυναίκα του Καίσαρα δεν θα πρέπει να είναι μόνο τίμια, αλλά και να φαίνεται τίμια..». Και τι εννοώ! Ότι επικοινωνιακά στην περιφέρειά μας δίνουμε λάθος μηνύματα, το μήνυμα της αναβλητικότητας και δυστυχώς της ηττοπάθειας.

Οι χώρες της περιοχής μας και φυσικά σε διπλωματικό επίπεδο θα ενημερωθούν πλήρως για ό,τι ειπώθηκε στην ελληνοτουρκική συνάντηση των τελευταίων ημερών, όμως η Διπλωματία είναι ένα μέσο που χρησιμοποιεί και εκμεταλλεύεται άλλους τόσους επιμέρους μηχανισμούς όταν τα κράτη θέλουν να επιβάλουν και να διαμορφώσουν την πολιτική τους. Και ένας από τους μηχανισμούς αυτούς είναι η Δύναμη της Εικόνας των ΜΜΕ…

Αν οι ελληνικές Κυβερνήσεις των τελευταίων 25 χρόνων δεν έχουν επικοινωνιολόγους, που δεν το νομίζω, πρέπει να προσλάβουν. Διότι επαναλαμβάνεται διαρκώς αυτή η καραμέλα του Πολέμου και ότι ως χώρα πρέπει να κινούμαστε στη βάση των αρχών της Διπλωματίας- δυστυχώς όλο αυτό μόνο σε αναβλητικότητα και παθητικοτητα μεταφράζεται τόσο από το εσωτερικό όσο και κυρίως από το εξωτερικό κατεστημένο που είναι αυτό που μας ενδιαφέρει και περισσότερο- κανείς δεν αποζητά τον Πόλεμο ούτε να θεωρούμαστε κράτος πειρατών, αλλά εμείς δυστυχώς δίνουμε λάθος μηνύματα.

Δεν είναι δυνατόν, να είμαστε μέσα στο «τρελό κέφι» και την «τρελή χαρά», ακόμα κι αν δεν το πιστεύουμε, κάθε φορά που συναντιώμαστε με την τουρκική πλευρά. Φυσικά και δεν θα βγάλουμε τα μαχαίρια, όμως από την στάση του σώματος μέχρι το μειδίαμα στο πρόσωπο μπορεί να φανεί η δυσαρέσκειά μας, καθώς είναι γνωρίσματα που για λόγους πολιτικής, ο καθένας μπορεί να χρησιμοποιήσει ανάλογα και προς όφελος εδραίωσης των “θέλω” του, πόσω μάλλον όταν τα άτομα αυτά εκπροσωπούν κράτη.

Όχι, δεν μπορούμε να είμαστε με χαμόγελο, ούτε να αγκαλιαζόμαστε, για να σπάσουμε μία αμηχανία, όταν η άλλη πλευρά δίνει συνέντευξη σε ελληνική εφημερίδα λίγες μέρες πριν την άφιξη της διπλωματικής αντιπροσωπείας της στην Ελλάδα, λέγοντας και επαναλαμβάνοντας τις παράνομες θέσεις της. Ούτε μπορούμε να έχουμε ζωγραφισμένο στο πρόσωπο το χαμόγελο, όταν λίγες ώρες πριν τη συνάντηση των δύο πλευρών, η φιλοξενούμενη πλευρά εντός της εδαφικής μας κυριαρχίας μιλάει και προκαλεί με εθνικές μειονότητες, με παραβιάσεις του εναέριου χώρου μας και με NAVTEX.

Θεωρώ, ότι το λανθασμένο, επικοινωνιακό στοιχείο που εκπέμπουμε, ακόμα κι αν με σοβαρό τρόπο διαχειριζόμαστε τα εθνικά μας θέματα, θα μας δημιουργήσει μία κακή εικόνα, μεταφραζόμενη ότι δείχνουμε μία κατευναστικότητα λόγω φοβικών συνδρομών. Ανεξάρτητα του γεγονότος ότι όλες ανεξαίρετα οι χώρες γνωρίζουν, ποιο είναι το κράτος που φοβάται.

Γιατί αν η Τουρκία δεν φοβόταν την Ελλάδα, χθες ο επικεφαλής της Διπλωματίας της στην κοινή συνέντευξη Τύπου θα έλεγε δημόσια τα ανυπόστατα που όλα αυτά τα χρόνια η γειτονική χώρα χρησιμοποιεί ως ρητορική πρώτα και κυρίαρχα για το εσωτερικό περιβάλλον της.