Site icon Άμυνα και Γεωστρατηγική

Το μέλλον του ανθυποβρυχιακού πολέμου στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο

Γράφει ο Δρ. Θεόδωρος Γ. Κωστής

(καθηγητής Ραντάρ & Ηλεκτρονικού Πολέμου, ΕΔΠ Σχολή Ικάρων)

αναδημοσιεύουμε απο το defencereview.gr

Ο ανθυποβρυχιακός πόλεμος είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό θέμα για τις Ένοπλες Δυνάμεις, μιας και κατά μεγάλο ποσοστό η Ελλάδα αποτελείται από νήσους και η δυνητική ΑΟΖ της βάσει της μέσης γραμμής ή του Δικαίου της Θάλασσας περιλαμβάνει ένα μεγάλο τμήμα της Ανατολικής Μεσογείου.

Η αρχική χρήση του υποβρυχίου ως πολεμικό όπλο είχε σηκώσει πολλές αντιδράσεις. Τότε είχε θεωρηθεί ως τακτική που δεν συμβαδίζει με την ηθική του πολέμου μιας και ο αντίπαλος δεν μπορούσε να δει την απειλή που καλυπτόταν αποτελεσματικά από την θαλάσσια επιφάνεια. Όμως με τον καιρό η ανάπτυξη της τεχνολογίας για τον εντοπισμό των υποβρυχίων, που είναι ο κύριος σκοπός του ανθυποβρυχιακού πολέμου, αρκετές φορές ανέτρεψε τους ρόλους και τα υποβρύχια από θηρευτές έγιναν θηράματα.

Ο κύριος σκοπός του ανθυποβρυχιακού πολέμου (Anti Submarine Warfare – ASuW) είναι ο εντοπισμός και η καταστροφή εχθρικών υποβρυχίων. Στα κύρια συμβατικά όπλα συμπεριλαμβάνονται οι τορπίλες, οι νάρκες, οι βόμβες βυθού και οι ρουκέτες βυθού. Επιπροσθέτως στις κύριες συμβατικές μονάδες συμπεριλαμβάνονται τα επανδρωμένα πλοία επιφανείας & υποβρύχια και τα επανδρωμένα αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας & ελικόπτερα με ποντιζόμενο σόναρ. Επιπροσθέτως ως ανθυποβρυχιακός πόλεμος μπορεί να χαρακτηριστεί και η προστασία λιμενικών εγκαταστάσεων (ανίχνευση βατραχανθρώπων ή υποβρυχίων τσέπης).

Αδιαμφισβήτητα το υποβρύχιο είναι το εξ’ ορισμού στέλθ όπλο που έχει χρησιμοποιηθεί σε πολεμικές συρράξεις. Αναλυτικά λόγω της πλεύσης του κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας επιτυγχάνεται μεγάλη χαμηλή παρατηρησιμότητα, ενώ παράλληλα η έλλειψη εκπομπών δεν εκθέτει το υποβρύχιο σε υποκλοπή των σημάτων του και τον καθορισμό της θέσεως του από τις αντίπαλες δυνάμεις (χαμηλή πιθανότητα ανίχνευσης).

Ο κύριος τρόπος ανίχνευσης του υποβρυχίου είναι το σόναρ, μια συσκευή που χρησιμοποιεί ηχητικά κύματα για την ανίχνευση υποβρύχιων αντικειμένων. Αναλόγως αν το σόναρ εκπέμπει τα δικά του σήματα ή απλώς ακούει για ηχητικές αντανακλάσεις στον βυθό, υπάρχουν τα ενεργά και τα μη-ενεργά συστήματα με τις αντίστοιχες δυνατότητες.

Ένα κύριο όπλο του ανθυποβρυχιακού πολέμου είναι τα Αεροσκάφη Ναυτικής Συνεργασίας (ΑΦΝΣ). Το 2015 η Ελλάδα αποφάσισε να αναβιώσει τα παροπλισμένα P-3 για αυτή τη χρήση, όμως ας εξετάσουμε την καταλληλότητα τους για το θέατρο επιχειρήσεων του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου (Κύπρος).

Πρώτον αυτά τα αμερικανικά ΑΦΝΣ είναι πλατφόρμες βασισμένες σε πολιτικά αεροσκάφη. Αναλυτικά ένα P-3 Orion είναι ένα Lockheed Electra και ένα P-8 Poseidon είναι στην ουσία ένα Boeing 737 Next Generation. Ας εξετάσουμε ιδιαίτερα το P-3, λόγω της επικείμενης αναβάθμισης και πρόσφατης επαναεισαγωγής του στην ενεργό δράση.

Αναλυτικά το P-3 Orion εκ της αρχικής κατασκευής του ως ενός πολιτικού αεροσκάφους της δεκαετίας του 1960 (Lockheed Electra) είναι αρκετά αργό σε ταχύτητα (μέση 650Km/h) και δίνει εξαιρετικά υψηλά ίχνη σε ηλεκτροπτικούς αισθητήρες και συστήματα ραντάρ. Με απλά λόγια το επιχειρησιακό δόγμα του P-3 είναι η επιτήρηση ανοικτής θάλασσας και το κυνήγι υποβρυχίων μακριά από εχθρικές απειλές όπως από αναχαιτιστικά αεροσκάφη και μονάδες επιφανείας με αντιαεροπορικές δυνατότητες. Δηλαδή η πραγματική προστασία του P-3 είναι πιο πολύ η υπόλοιπη αμερικανική πολεμική και διπλωματική μηχανή και οι μεγάλες αποστάσεις στους ωκεανούς, παρά τα ηλεκτρονικά αντίμετρα του ίδιου του αεροσκάφους σε μια πραγματική και εγγύς σύρραξη.

Προς επίρρωση των παραπάνω το 2003 δημοσιεύτηκε η μελέτη των Garber & Williamson με τίτλο «Multi-Mission Maritime Aircraft Survivability in Modern Maritime Patrol & Recon Missions» που αναφέρει ότι το P-3 Orion εξ αρχής δεν είχε σχεδιαστεί με μεγάλο βαθμό επιβιωσιμότητας σε πεδίο μάχης που περιέχει εγγύς αντίπαλες αντιαεροπορικές δυνάμεις και αναχαιτιστικά αεροσκάφη.

Συγκεκριμένα για την αυτοπροστασία ενός αεροσκάφους όπως το Orion είχαν διεξαχθεί μελέτες από το Naval Weapons Center κατά την δεκαετία του ’80 που ανέφεραν την ανάγκη εγκατάστασης μιας πλειάδας ηλεκτρονικών συστημάτων προστασίας και ανίχνευσης απειλών καθώς ακόμη και προσθήκες συστημάτων προστασίας των δεξαμενών καυσίμων.

Ειδικότερα σε ακτογραμμές κορεσμένες από αντίπαλες δυνάμεις και με απελευθερωμένους τους κανόνες εμπλοκής, όπως για παράδειγμα σήμερα στην Συρία, τέτοιου είδους αεροσκάφη έχουν δυστυχώς ελάχιστο ποσοστό επιβιωσιμότητας. Το λυπηρό γεγονός της κατάρριψης ενός αντίστοιχου με το P-3 ρωσικού αεροσκάφους Il-20 (Coot-A) τον Σεπτέμβριο του 2018 από ένα πύραυλο του αντιαεροπορικού συστήματος S-200 επιβεβαιώνει την αμφισβητούμενη καταλληλότητα των P-3 Orion για επιχειρήσεις ναυτικής συνεργασίας σε εμπόλεμη κατάσταση στο Αιγαίο Πέλαγος.

Εάν όχι συμβατικά ΑΦΝΣ, θα μπορούσε να φέρει η μη-επανδρωμένη τεχνολογία σημαντικά πλεονεκτήματα στον ανθυποβρυχιακό πόλεμο;

Σχεδιάζοντας ένα νέο δόγμα που να συμπεριλαμβάνει την τεχνολογία των μη-επανδρωμένων οχημάτων, θα μπορούσαμε να ορίσουμε τα εξής στάδια :

Ποιός όμως θα μπορούσε να ήταν ο σημερινός ρόλος των συμβατικών ΑΦΝΣ που θα αύξανε την επιβιωσιμότητα (survivability) και την φονικότητα (lethality) τους?

Ένα σχετικό καινοτόμο δόγμα ανθυποβρυχιακού πολέμου θα μπορούσε να αναθέσει στα συμβατικά ΑΦΝΣ καθήκοντα φορέα οπλικών συστημάτων που δεν μπορεί να φέρει, ίσως ακόμη, ένα UAV. Για παράδειγμα το P-3 μπορεί να μεταφέρει την ανθυποβρυχιακή τορπίλη Mk 46 Mod-5 με εμβέλεια 11χλμ, την νάρκη Mk 55 και τον πύραυλο AGM-84 Harpoon με ακτίνα δράσης 140χλμ. Πάντοτε θεωρητικά, επειδή είναι αμφίβολο εάν και πόσα τέτοια οπλικά συστήματα είναι αποδεσμευμένα από την εξωτερική πολιτική της χώρας του κατασκευαστή τους προς την Ελλάδα.

Δηλαδή το P-3 να προσπαθεί να παραμένει σε μεγάλη απόσταση από το θέατρο επιχειρήσεων και να πλησιάζει αποκλειστικά για άφεση οπλικών συστημάτων μόνο όταν του δοθεί σήμα από το μη-επανδρωμένο UAV που θα εκτελεί χρέη ανίχνευσης εχθρικών υποβρυχίων.

Ποιά είναι η αισθητή διαφορά μεταξύ επανδρωμένης και μη-επανδρωμένης τεχνολογίας που θα μπορούσε να φέρει μια σημαντική διαφορά στην φαρέτρα των δυνατοτήτων για τον ανθυποβρυχιακό πόλεμο?

Το σόναρ καθώς επίσης και το ραντάρ είναι συστήματα ανθρώπου-μηχανής. Δηλαδή η ανάγνωση των αποτελεσμάτων της ανίχνευσης εξαρτάται από την ανθρώπινη κρίση. Σίγουρα με τον καιρό η αυτοματοποίηση των συστημάτων ραντάρ έγινε σε μεγαλύτερο βαθμό, αλλά ακόμη υπάρχουν ραντάρ που η ανθρώπινη παρέμβαση στην αποκρυπτογράφηση των δεδομένων τους είναι σημαντική, όπως τα ραντάρ απεικόνισης (Synthetic Aperture Radar -SAR). Όμως ακόμη και στα πιο μοντέρνα υποβρύχια υπάρχει πάντοτε μια επανδρωμένη θέση για το σόναρ, όπου ο χειριστής προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει τα σήματα που καταφθάνουν στο υδρόφωνο.

Η αισθητή διαφορά είναι διπλή:

Συμπεράσματα

Η σωστή ρότα για την υπεράσπιση του Αιγαίου Πελάγους βρίσκεται στην συνεργία μη-επανδρωμένων συστημάτων και επανδρωμένων μονάδων σε όλες τις διαστάσεις (αεροπορία, στόλος επιφανείας, υποθαλάσσιο θέατρο επιχειρήσεων).


Βιβλιογραφία

(2002), Waite A. D., Sonar for Practicing Engineers, Wiley.


Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων