Επιχειρησιακές Προοπτικές της Τουρκικής Αεροπορίας: Προς μία «αλλαγή παραδείγματος»;

Σχόλιο Άμυνα και Γεωστρατηγική:

Αναδημοσιεύουμε τη συγκεκριμένη ανάλυση από το ιστολόγιο belisarius21.wordpress.com.

Τέτοιες αναλύσεις κοσμούν τον ειδικό “τύπο” και θα πρέπει να μελετηθούν από την Ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων.

Πρόλογος

Μία κεντρική παράμετρος για την αποτίμηση του ισοζυγίου ισχύος μεταξύ της Πολεμικής Αεροπορίας (ΠΑ) και της Τουρκικής Αεροπορίας (ΤΑ) αλλά και του σχεδιασμού του μέλλοντος της ΠΑ είναι οι αντιλήψεις της ΤΑ σχετικά με τον τρόπο διεξαγωγής των επιχειρήσεων. Στο παρόν διατυπώνεται η άποψη ότι οι τρέχουσες τεχνολογικές και πολιτικές εξελίξεις οδηγούν την ΤΑ σε έναν σταδιακό αλλά συνειδητό και συγκροτημένο μετασχηματισμό βασικών αντιλήψεων επιχειρήσεων (“concepts of operations”) και δόγματος. Ο μετασχηματισμός αυτός διαφαίνεται ήδη από τεχνολογικές, εξοπλιστικές και επιχειρησιακές επιλογές της ΤΑ, αναγκαστικές ή ηθελημένες, αλλά  εκτιμάται ότι θα ενταθεί δραματικά εντός των επομένων πέντε έως δέκα ετών.

Τονίζεται ότι το παρόν κείμενο αφορά αποκλειστικά διαφαινόμενες εξελίξεις στην ΤΑ και δεν ασχολείται καθόλου με την ΠΑ και την δική της πορεία ή τρόπους αντιδράσεως στην εξέλιξη αυτή.

Επισκόπηση της Παρούσας Καταστάσεως

Ο Οργανισμός της ΤΑ

Η ΤΑ αποτελεί έναν οργανισμό με καλή αντίληψη του αεροπορικού πολέμου. Η ανάπτυξή της κατά το παρελθόν, ιδίως από τη δεκαετία του 1990 μέχρι και τη δεκαετία του 2010, ακολούθησε τα νατοϊκά πρότυπα, με έμφαση στην πληρότητα του φάσματος ικανοτήτων που έχει μία σύγχρονη αεροπορική δύναμη. Είναι κρίσιμο να θυμόμαστε ότι, παρά τη μικρότερη ικανότητα που παγίως έχουν επιδείξει τα πληρώματα της ΤΑ στην εναέρια μάχη, αυτή έχει επιδείξει μία αξιοσημείωτη επιμονή στην ανάπτυξη του συνόλου του φάσματος των ικανοτήτων που συγκροτούν την αεροπορική ισχύ -και όχι απλώς στην επίδοση των πληρωμάτων της στη μάχη αέρος-αέρος. Επιπλέον, η ΤΑ προέρχεται από έναν οργανισμό, τις Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις (ΤΕΔ), με μεγάλη και ζωντανή παράδοση στο επιχειρησιακό και το στρατηγικό επίπεδο του πολέμου. Είναι κοινός τόπος ότι η υπεροχή στο τακτικό επίπεδο δύσκολα μπορεί να αντισταθμίσει την υστέρηση στο επιχειρησιακό επίπεδο.

Βασικά Στοιχεία του Οπλοστασίου της ΤΑ

Θα εκτεθούν επιγραμματικά ορισμένα βασικά στοιχεία του οπλοστασίου της ΤΑ, με πρόθεση όχι την πληρότητα της καταγραφής αλλά τη σκιαγράφηση της δομής και της φύσης του, με έμφαση σε στοιχεία που έχουν ειδική σημασία.

Μαχητικά Αεροσκάφη

Ο πυρήνας της ισχύος της ΤΑ βρίσκεται στα σχεδόν 200 μαχητικά τύπου F-16, ομογενοποιημένα (περίπου) στο επίπεδο που σε εμάς είναι γνωστό ως F-16 Blk52+Adv.

Μικρό μέρος της δύναμης των μαχητικών αεροσκαφών της, περίπου 35, αποτελείται από παλαιότερα αεροσκάφη F-16 Blk30, τα οποία έχουν ενταχθεί στο υπό ανάπτυξη πρόγραμμα εκσυγχρονισμού με τη χαρακτηριστική ονομασία Özgür («Ελεύθερος»). Ο εκσυγχρονισμός αυτός έχει δύο σκέλη: Το πρώτο και βασικότερο σκέλος αφορά την ανάπτυξη της πλειοψηφίας των ηλεκτρονικών υποσυστημάτων του F-16 (κατ’ ουσίαν όλων πλην του ραντάρ, συμπεριλαμβανομένων και των πλέον πολύπλοκων και σημαντικών, όπως ο υπολογιστής αποστολής και το IFF) με εγχώρια τεχνογνωσία και δυνατότητα εγχώριας παραγωγής. Το δεύτερο σκέλος, συνδεδεμένο με το πρώτο αλλά διακριτό από αυτό, είναι η ανάπτυξη του ραντάρ τεχνολογίας AESA για το μαχητικό F-16. Το πρόγραμμα βρίσκεται σε εξέλιξη ως προς την ανάπτυξη και ενοποίηση των νέων υποσυστημάτων, με άμεσα επικείμενο τον προγραμματισμένο χρόνο ολοκλήρωσης της ανάπτυξης και με κάπως μεταγενέστερο τον χρόνο ολοκλήρωσης της ανάπτυξης του ραντάρ.

Η πρακτική σημασία του προγράμματος είναι διαφορετική για τα δύο διακριτά σκέλη του. Το μεν τμήμα που αφορά την ανάπτυξη από την τουρκική βιομηχανία του συνόλου των υποσυστημάτων ηλεκτρονικών του αεροσκάφους  σκοπεύει στην ωρίμανση της τουρκικής αεροπορικής βιομηχανίας εν όψει της ανάπτυξης του μελλοντικού μαχητικού TF-X, καθώς και στη επίτευξη πραγματικής ασφάλειας εφοδιασμού του στόλου των αεροσκαφών F-16 που αποτελούν τον κορμό των μαχητικών της ΤΑ και τα οποία δεν πρόκειται να αντικατασταθούν στο προσεχές μέλλον. Το διακριτό τμήμα του προγράμματος που αφορά την ανάπτυξη ραντάρ τύπου AESA, πέραν της προφανούς στόχευσης στην ωρίμανση της σχετικής τεχνολογίας εν όψει του TF-X, προσφέρει επίσης μία ουσιώδη βελτίωση στα υφιστάμενα τουρκικά F-16, φέρνοντάς τα πρακτικά στο επίπεδο των υπό εκσυγχρονισμό ελληνικών F-16 Viper.

Φωτ. 1: Η υπό ανάπτυξη έκδοση Özgür του F-16, με χαρακτηριστική ψηφιακή παραλλαγή

Είναι εύλογο να υποθέσει κανείς ότι εφ’ όσον το πρόγραμμα Özgür ολοκληρωθεί με επιτυχία, θα επεκταθεί στο σύνολο των αεροσκαφών F-16CCIP της ΤΑ. Ακόμη και αν επιτευχθεί μόνον το «βασικό» του μέρος, η μετατροπή των τουρκικών F-16 στην εγχώρια εκδοχή σημαίνει ότι η Τουρκία θα απαλλαγεί από την απειλή αποκλεισμού πωλήσεων όπλων από τις ΗΠΑ, κάτι που αποτελεί την «υπέρτατη απειλή» για την ΤΑ. Μία τέτοια διασφάλιση είναι στρατηγικά ακόμη πιο κρίσιμη καθώς η αντικατάσταση του αεροσκάφους από το σχεδιαζόμενο TF-X δεν θα γίνει πριν από την πάροδο δύο, περίπου, δεκαετιών. Σε περίπτωση που το πρόγραμμα AESA αποδώσει αξιόμαχο ραντάρ, τότε επιπλέον θα προσδώσει στην ΤΑ αεροσκάφη F-16 με ικανότητες εναέριας μάχης παρεμφερείς με τα εκσυγχρονισμένα ελληνικά Viper, και μάλιστα για το σύνολο των 230 περίπου τουρκικών μαχητικών, και σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα -πιθανότατα μέχρι το 2027-2029.

Αεροσκάφη Τακτικής Υποστηρίξεως

Από πλευράς τακτικής υποστηρίξεως, η ΤΑ διαθέτει δύο βασικά είδη αεροσκαφών, εξαιρετικής σημασίας:

  • 4 αεροσκάφη εγκαίρου προειδοποιήσεως E-7T, βασισμένα στο μεγάλων δυνατοτήτων σκάφος B-737NG, με κύριο αισθητήρα το ισχυρό ραντάρ MESA και εξοπλισμένα επίσης με ισραηλινό σύστημα Ηλεκτρονικής Υποστηρίξεως.
  • 7 ανεφοδιαστικά αεροσκάφη KC-135R, για τα οποία έχει ήδη εκδηλωθεί από την ΤΑ η πρόθεση αντικατάστασης από ισάριθμα αεροσκάφη A330 MRTT.

Η πρόθεση αντικατάστασης των επτά ανεφοδιαστικών αεροσκαφών είναι σημαντική, γιατί δείχνει ότι η ΤΑ δεν παραιτείται από την ικανότητα εναερίου ανεφοδιασμού και εξακολουθεί να τη θεωρεί κρίσιμη.

Φωτ. 2: Το αεροσκάφος έγκαιρης προειδοποίησης E-7T της ΤΑ

Επιπλέον των προηγουμένων, η ΤΑ ετοιμάζεται να θέσει σε υπηρεσία μέχρι το 2026 τέσσερα (4) αεροσκάφη ηλεκτρονικού πολέμου (“HAVASOJ” δηλαδή «αεροπορικός παρεμβολέας μεγάλου βεληνεκούς»), βασισμένα σε ισάριθμα αεροσκάφη τύπου Bombardier Global 6000, στα οποία πιθανότατα προσαρμόζεται η βασική εκδοχή του συστήματος Ηλεκτρονικής Υποστήριξης και Ηλεκτρονικής Επιθέσεως της ΤΑ. Ο πυρήνας του συστήματος είναι ήδη εν χρήσει στο χερσαίο σύστημα ΗΠ Koral, που στην ΤΑ χαρακτηρίζεται “KARASOJ”, δηλαδή χερσαίος παρεμβολέας μεγάλου βεληνεκούς. Σε σχέση με το σύστημα Koral, επισημαίνεται ότι ενώ το 2015 τέθηκε σε χρήση από την ΤΑ η πρώτη έκδοση του συστήματος, ήδη από το 2020 είναι διαθέσιμη η δεύτερη, αναβαθμισμένη εκδοχή του. Είναι μάλλον αυτονόητο ότι η εξέλιξη του συστήματος συνεχίζεται και στο αεροσκάφος Bombardier θα προσαρμοστεί η πλέον σύγχρονη εκδοχή του. 

Φωτ. 3: Σχέδιο με τη διαμόρφωση του αεροπορικού παρεμβολέα της ΤΑ HAVASOJ
Φωτ. 4: Το σύστημα KARASOJ (εμπορική ονομασία Koral) της ΤΑ. O αεροπορικός παρεμβολέας θα αποτελεί ενσωμάτωση του συστήματος αυτού στο αεροσκάφος Global 6000 της Bombardier

Το σύστημα αυτό, που αποτελεί βασικό πρόβλημα της Πολεμικής Αεροπορίας, είναι πρακτικά αγνώστων τεχνικών χαρακτηριστικών και επιχειρησιακών δυνατοτήτων. Μπορεί να εικάσει κανείς ότι παρεμβάλλει τηλεπικοινωνίες και ραντάρ ελέγχου πυρός αντιαεροπορικών συστημάτων, ενώ το μέγεθός του και η ισχύς του καθιστά, κατ’ αρχήν, δυνατή και την παρεμβολή ραντάρ επιτηρήσεως.  Σε κάθε περίπτωση, με τα συστήματα αυτά η ΤΑ εντάσσεται στην εξαιρετικά μικρή ομάδα αεροποριών που διαθέτουν stand-off παρεμβολείς.

Ανεπάνδρωτα Αεροσκάφη

Η τουρκική βιομηχανία έχει επενδύσει εντατικά στην ανάπτυξη ανεπάνδρωτων αεροσκαφών, με απτά αποτελέσματα. Εν προκειμένω τα κρίσιμα στοιχεία δεν είναι τα πολυδιαφημισμένα ανεπάνδρωτα αεροσκάφη Baryaktar TB2, τα οποία έχουν τύχει ευρείας προβολής λόγω της εμπλοκής τους σε τρεις τουλάχιστον πολεμικές συγκρούσεις, αλλά τα αναπτυσσόμενα ανεπάνδρωτα μαχητικά αεροσκάφη μεγαλύτερης κατηγορίας που αναπτύσσουν οι δύο κυρίως εμπλεκόμενες στον τομέα αυτόν τουρκικές βιομηχανίες. Πρόκειται για τις βιομηχανίες Baykar Makina και Turkish Aircraft Industries, δύο εταιρείες που η τεχνογνωσία τους και τα μέχρι σήμερα επιτεύγματά τους προεξοφλούν ότι τα αναπτυσσόμενα αεροσκάφη θα αποδώσουν επιχειρησιακούς τύπους με τις διακηρυσσόμενες επιδόσεις -ή πάντως όχι ουσιωδώς υποδεέστερες. Τα αεροσκάφη ενδιαφέροντος είναι το Akinci της Baykar και το Aksungur της ΤΑΙ.

Το ανεπάνδρωτο μαχητικό αεροσκάφος Akinci θεωρητικά διαθέτει ικανότητες μάχης τόσο αέρος-αέρος όσο και αέρος-εδάφους. Αν εστιάσει κανείς στον ρόλο αέρος-εδάφους, μιας και ο ρόλος αέρος-αέρος είναι μάλλον εκτός πρακτικής εκμετάλλευσης στο προσεχές μέλλον, τα κρίσιμα ονομαστικά χαρακτηριστικά του συστήματος, όπως αναφέρονται στον ιστότοπο της κατασκευάστριας εταιρείας, είναι: ταχύτητα πλεύσης 130 κόμβοι, ωφέλιμο φορτίο 1.350 χλγμ. και διάρκεια πτήσης «έως 24 ώρες»[i]. Προφανώς ο συνδυασμός ταχύτητας πλεύσης και διάρκειας πτήσεως αφορά την καθαρή διαμόρφωση του αεροσκάφους και τα τρία αυτά μεγέθη δεν συνδυάζονται μεταξύ τους, δηλαδή η διάρκεια πτήσεως είναι σημαντικά μικρότερη των 24 ωρών για έμφορτο αεροσκάφος· το αντίστοιχο ισχύει προφανώς και για την ταχύτητα πλεύσεως, αν και εκεί η μείωση δεν μπορεί να είναι δραματική για λόγους που σχετίζονται με την αεροδυναμική στήριξη του αεροσκάφους. Σε κάθε περίπτωση, οι επιδόσεις αυτές αφορούν πτήση σε μέσο ύψος, άνω των 10.000 [BU1] ποδών, αφού με την μείωση του ύψους πτήσεως η κατανάλωση καυσίμου αυξάνεται εκθετικά. Σε ό,τι αφορά το οπλικό φορτίο του αεροσκάφους, αυτό περιλαμβάνει, πέραν των ελαφρότερων όπλων, τον πύραυλο SOM (SOM-A, σύμφωνα με τον ιστότοπο της εταιρείας) και τις κατευθυνόμενες βόμβες της οικογένειας JDAM. Είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι εφ΄ όσον μπορεί να βληθεί ο πύραυλος SOM-A, είναι δυνατόν να βληθούν και οι εκδόσεις -B1/B2 καθώς και -J. Επίσης, είναι εύλογο να υποθέσει κανείς ότι εφ’ όσον μπορούν να βληθούν όπλα της οικογένειας JDAM, είναι επίσης δυνατόν να βληθούν και τα όπλα των οικογενειών TEBER και HKG, μέγιστου βεληνεκούς 15 ν.μ. με άφεση από μεγάλο ύψος. Ο φόρτος ενός SOM-Β1, βάρους 600 χλγμ., είναι μικρότερος από τον μισό επιτρεπόμενο φόρτο του αεροσκάφους. Επισημαίνεται, πάντως, ότι καθώς το ανεπάνδρωτο αεροσκάφος δεν μπορεί να αναπτύξει τις πτητικές επιδόσεις (ταχύτητα και ύψος) μαχητικού αεροσκάφους, οι επιδόσεις εμβέλειας των προαναφερθέντων όπλων όταν φέρονται από το Akinci θα είναι αισθητά μικρότερες των μεγίστων ονομαστικών επιδόσεών τους.

Κατά δήλωση της εταιρείας, το αεροσκάφος θα τεθεί σε παραγωγή εντός του 2021[ii].

Φωτ. 5: Το ανεπάνδρωτο αεροσκάφος Akinci της εταιρείας Baykar

Το ανεπάνδρωτο μαχητικό αεροσκάφος Aksungur της ΤΑΙ, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέχει ο εταιρικός ιστότοπος καθώς και άλλα δημοσιεύματα του τουρκικού ειδικού τύπου, έχει ταχύτητα πλεύσης 130 κόμβων, αυτονομία δώδεκα ωρών με εξωτερικό φόρτο 750 χλγμ. στα 25 χιλιάδες πόδια,  αυτονομία 24 ωρών με εξωτερικό φόρτο 150 χλγμ. στα 35 χιλιάδες πόδια, ενώ έχει επιτύχει αυτονομία 49 ωρών -ενδεχομένως με εξωτερικές δεξαμενές. Το αεροσκάφος έχει έξι σημεία ανάρτησης φόρτου και μπορεί να φέρει τις κατευθυνόμενες βόμβες σειράς Mk80 (οικογένειες TEBER και HKG), μεγίστου βεληνεκούς 15 ν.μ. με άφεση από μεγάλα ύψη (τα οποία το αεροσκάφος επιτυγχάνει εκ του σχεδιασμού του) αλλά με ταχύτητες που το Aksungur δεν μπορεί να πλησιάσει.

Το αεροσκάφος φέρεται να έχει παραγγελθεί σε 75 αντίτυπα.

Φωτ. 6: Το ανεπάνδρωτο αεροσκάφος Aksungur της εταιρείας TAI

Όπλα Αέρος-Αέρος

Από πλευράς όπλων αέρος-αέρος, η ΤΑ διαθέτει 145 πυραύλους AIM-120C7 και 117 AIM-9X-2 ως τα πλέον προηγμένα όπλα, καθώς και σημαντικό απόθεμα από παλαιότερες εκδόσεις των δύο αυτών όπλων.

Η τουρκική βιομηχανία βρίσκεται σε πολύ προχωρημένο στάδια ανάπτυξης δύο πυραύλων αέρος-αέρος, του πυραύλου Bozdoğan, της κατηγορίας ΑΙΜ-9/IRIS-T, και Gökdoğan της κατηγορίας AIM-120. Λεπτομέρειες σχετικά με τις επιδόσεις των όπλων δεν είναι γνωστές. Εκτιμάται ότι στην απαιτητική αυτή κατηγορία όπλων, τα δύο τουρκικά όπλα δεν θα έχουν επιδόσεις αιχμής, είναι όμως εξ ίσου απίθανο να υπολείπονται ουσιωδώς των ανταγωνιστικών τους όπλων. Σε κάθε περίπτωση, θα πρόκειται για άγνωστα όπλα, στοιχείο που τα καθιστά εγγενώς επικίνδυνα. Επιπλέον, το μέγεθος του αποθέματος των όπλων αυτών -κρίσιμη παράμετρος στην αεροπορική μάχη- θα μας είναι άγνωστο, ενώ λόγω μειωμένου κόστους είναι εύλογο να αναμένεται ότι θα είναι μεγάλο.

Όπλα Αέρος-Εδάφους

Το πρώτο όπλο ενδιαφέροντος είναι o εγχώριας κατασκευής πύραυλος SOM της Roketsan. Η Τουρκική Αεροπορία έχει στο απόθεμά της έναν απροσδιόριστο αριθμό από τα όπλα αυτά. Ο πύραυλος, στις γνωστές εν χρήσει παραλλαγές A, B1 και B2, έχει βεληνεκές 135 ν.μ. (250 χλμ.). Η έκδοση Α διαφέρει από τις Β1 και Β2 κατά τη μέθοδο καθοδήγησης: η έκδοση Α έχει συνδυασμένη δορυφορική, αδρανειακή και βάσει αναγλύφου καθοδήγηση κατά την πλεύση, ενώ οι εκδόσεις Β1 και Β2 έχουν, επιπλέον, τερματική υπέρυθρη καθοδήγηση, και μάλιστα βάσει αυτόματης αναγνώρισης του υπερύθρου ίχνους του στόχου.  Ο τριπλός συνδυασμός καθοδήγησης κατά την πλεύση εξασφαλίζει, ουσιαστικά, ανεξαρτησία της καθοδήγησης από την πρόσβαση στο αμερικανικό σύστημα GPS. Επιπλέον, καθώς στην εξαγωγική έκδοση του βαλλιστικού πυραύλου Yildirim η κατασκευάστρια εταιρεία Roketsan προσφέρει αδρανειακή καθοδήγηση σε συνδυασμό με δορυφορική καθοδήγηση GPS και GLONASS, και οι πύραυλοι SOM (καθώς άλλωστε και όλα τα όπλα με δορυφορική καθοδήγηση) υπάρχουν και σε αυτή τη διαμόρφωση. Η πολεμική κεφαλή είναι βάρους 230 χλγμ. και στις τρεις εκδόσεις· στις εκδόσεις Α και Β1 η πολεμική κεφαλή είναι εκρηκτική ενώ της έκδοσης B2 διατρητική.

Φωτ. 7: Ο πύραυλος SOM-B της εταιρείας Roketsan

Άλλη έκδοση του όπλου SOM, η -J, αναπτύχθηκε ειδικά για χρήση από το αεροσκάφος F-35, και αποτελεί πρακτικά μία «σμίκρυνση» της έκδοσης Β1 του όπλου, με μικρότερη ακτίνα δράσης (~100 ν.μ.), μικρότερο βάρος (540 χλγμ.), ελαφρύτερη πολεμική κεφαλή, εκρηκτική, βάρους 140 χλγμ. και τερματική υπέρυθρη καθοδήγηση βάσει αυτόματης αναγνώρισης του υπέρυθρου ίχνους του στόχου. Αν και προφανώς η έκδοση αυτή δεν θα αξιοποιηθεί στα αεροσκάφη F-35, παραμένει ένα εξαιρετικό όπλο για εκμετάλλευση από τα τουρκικά βαρέα ανεπάνδρωτα αεροσκάφη.

Φωτ. 8: Ο πύραυλος SOM-J της εταιρείας Roketsan

Έχει ήδη αναπτυχθεί και ενδεχομένως να βρίσκεται σε υπηρεσία η έκδοση του πυραύλου με μικρότερη πολεμική κεφαλή και βεληνεκές 150 ν.μ. (~280 χλμ.). Το όπλο είναι χαμηλού μικροκυματικού ίχνους, ενώ ο χρόνος της ολοκλήρωσης ανάπτυξης και των τεσσάρων προαναφερθεισών εκδόσεών του σημαίνει ότι επιδιώκεται, και ενδεχομένως έχει επιτευχθεί, έκδοση του όπλου με ουσιωδώς μεγαλύτερο βεληνεκές, αφού αυτός είναι ο ρητώς δικηρυγμένος στόχος της τουρκικής βιομηχανίας.

Πέραν του SOM, η ΤΑ έχει στη διάθεσή της ένα πρακτικά απεριόριστο απόθεμα από κατευθυνόμενες βόμβες, εγχώριας και πάλι κατασκευής, της οικογένειας Mk80. Πρόκειται για τις οικογένειες TEBER και HKG των TÜBİTAK-SAGE και Roketsan αντίστοιχα. Το στοιχείο αυτό σημαίνει ότι εάν και όποτε η ΤΑ εμπλακεί σε επιχειρήσεις εγγύς αεροπορικής υποστηρίξεως, είτε με τα επανδρωμένα είτε με τα ανεπάνδρωτα αεροσκάφη της, θα έχει πολύ μεγάλες δυνατότητες διενέργειας αποστολών απαγόρευσης πεδίου μάχης/εγγύς αεροπορικής υποστήριξης, προφανώς μετά από επίτευξη τοπικής αεροπορικής υπεροχής

Όπλα Εδάφους-Εδάφους

Ως όπλα εδάφους-εδάφους της ΤΑ χαρακτηρίζονται στο παρόν οι βαλλιστικοί πύραυλοι που η Τουρκία είναι γνωστό ότι έχει αναπτύξει και έχει θέσει σε χρήση, καθώς και αυτοί που έχει διακηρυχθεί και/ή εκτιμάται ότι αναπτύσσει, και για τους οποίους δεν είναι γνωστές σημαντικές λεπτομέρειες.

Ο λόγος που τα όπλα της κατηγορίας αυτής προσμετρώνται στα όπλα της ΤΑ δεν έχουν τόσο να κάνουν με τη διοικητική ή μη υπαγωγή τους στον οργανισμό της ΤΑ όσο με το γεγονός ότι συνδυάζονται οργανικά με τα μέσα και τους στόχους της ΤΑ, κατά τρόπο που προεξοφλεί ότι υφιστάμενα ή μελλοντικά τέτοια συστήματα θα ενσωματώνονται οργανικά στον σχεδιασμό και τις επιχειρήσεις της ΤΑ.

Επισημαίνεται ότι οι βαλλιστικοί πύραυλοι θεωρούνται (και) πιθανοί φορείς όπλων μαζικής καταστροφής, και όπλα πάντως ιδιαίτερης «πολιτικής» σημασίας επί των οποίων επιβάλλονται έλεγχοι και περιορισμοί, μέσω του «καθεστώτος» Missile Technology Control Regime, δηλαδή της άτυπης αλλά λεπτομερούς δεσμεύσεως ενός σημαντικού αριθμού κρατών σχετικά με τους βαλλιστικούς πυραύλους. Σύμφωνα με τη άτυπη συμφωνία αυτή, στην οποία θεωρητικά μετέχει και η Τουρκία, απαγορεύεται από τις μη πυρηνικές δυνάμεις η κατοχή βαλλιστικών πυραύλων βεληνεκούς μεγαλυτέρου των ~160 ν.μ. (300 χλμ.) και πολεμική κεφαλή μεγαλύτερη των 500 χλγμ..  Στην πράξη, όμως, οι πύραυλοι με βεληνεκές μέχρι 430 ν.μ. (~ 800 χλμ.) θεωρούνται de facto και σιωπηρά «αποδεκτοί» πολιτικά από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, και δεν έχει εγερθεί ζήτημα απαγόρευσης της ανάπτυξης και της κατοχής τους από μη πυρηνικές δυνάμεις. Πιθανολογείται ότι παρά τις διακηρύξεις περί προθέσεων για ανάπτυξη πυραύλων βεληνεκούς 1.350 ν.μ.  (J-600T Yildirim IV) οι οποίοι ανήκουν στη σχετικώς πολιτικά ευαίσθητη κατηγορία των βαλλιστικών πυραύλων μέσου βεληνεκούς (MRBM), ο πρακτικός -και επίσης διακηρυγμένος- στόχος της Τουρκίας, τουλάχιστον άμεσα, είναι οι βαλλιστικοί πύραυλοι βεληνεκούς 430 ν.μ.

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η ανάπτυξη και παραγωγή των βαλλιστικών πυραύλων γίνεται υπό συνθήκες άκρας μυστικότητας, συνεπώς οι πληροφορίες και οι εκτιμήσεις για τους υφιστάμενους τύπους, και πολύ περισσότερο για τους αριθμούς τους, είναι επισφαλείς. Είναι χαρακτηριστικό ότι στον επίσημο κατάλογο στρατιωτικών προϊόντων της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας[iii] ο μοναδικός βαλλιστικός πύραυλος που αναφέρεται είναι ο Yildirim I με βεληνεκές 81 ν.μ. (150 χλμ.). Αυτό που με βεβαιότητα μπορούμε να γνωρίζουμε είναι ότι υφίσταται συσσωρευμένη πολύ μεγάλη τεχνογνωσία και σημαντικό τεχνικό δυναμικό το οποίο ασχολείται συνεχώς με την ανάπτυξη βαλλιστικών συστημάτων, με έμπρακτα, απτά αποτελέσματα.

Πρακτικά, τα ασφαλή δεδομένα για τους τουρκικούς βαλλιστικούς πυραύλους είναι τα ακόλουθα:

  • Το 1998 ξεκίνησε από την Τουρκία, κατόπιν συμφωνίας, η αντιγραφή και απορρόφηση τεχνολογίας του κινεζικού βαλλιστικού πυραύλου B611, με βεληνεκές 150 χλμ., πολεμική κεφαλή βάρους 480 χλγμ., αδρανειακή καθοδήγηση και πιθανό κυκλικό σφάλμα 150μ., με την ονομασία Yildirim I. Οι παραδόσεις των 200 πυραύλων στις τουρκικές δυνάμεις άρχισαν το 2000 και παραδόθηκαν εντός δύο ή τριών ετών. Το όλο σύστημα του πυραύλου είναι εποχούμενο επί φορτηγών 6×6.
  • Το 2009 ξεκίνησε, κατόπιν συμφωνίας, η αντιγραφή και απορρόφηση τεχνολογίας του βελτιωμένου κινεζικού βαλλιστικού πυραύλου B611M, με βεληνεκές 300 χλμ.[iv], πολεμική κεφαλή 480 (ή 470) χλγμ., συνδυασμό αδρανειακής και δορυφορικής καθοδήγησης και πιθανό κυκλικό σφάλμα 50μ., με την ονομασία Yildirim II. Οι παραδόσεις των πυραύλων -αγνώστου αριθμού- ξεκίνησαν το 2016, ενώ από το 2014 η ανάπτυξη του πυραύλου είχε ολοκληρωθεί, όπως προκύπτει από τη δοκιμαστική εκτόξευση κατά το έτος εκείνο. Το όλο σύστημα του πυραύλου είναι εποχούμενο επί φορτηγών 6×6.

Από εκεί και μετά τα δεδομένα γίνονται πιο επισφαλή και αποσπασματικά, όμως μπορούν να συντεθούν τα ακόλουθα δεδομένα:

  • Από το 2014 το αναπτυξιακό δυναμικό της Roketsan είναι απελευθερωμένο από την ανάπτυξη του Yildirim II και προφανώς ασχολείται με την ανάπτυξη ακολούθων συστημάτων. Οι κατευθύνσεις που ακολουθούνται είναι: αύξηση του βεληνεκούς του πυραύλου, βελτίωση της ακρίβειας, και ανάπτυξη πυραυλικών φορέων για διαστημική χρήση -η τεχνογνωσία είναι σε σημαντικό βαθμό κοινή.
  • Αναφέρεται συχνά ο πύραυλος Bora. Ο πύραυλος Bora φαίνεται να είναι παραλλαγή του πυραύλου Yildirim II (έχουν τις ίδιες διαστάσεις και γεωμετρία), με περίβλημα συνθετικών υλικών αντί μεταλλικό. Το χαρακτηριστικό αυτό αποτελεί μία βασική τεχνολογική εξέλιξη των πυραύλων και επιτρέπει αύξηση του βεληνεκούς τους. Δεν είναι γνωστό εάν έχει παραχθεί επιχειρησιακό όπλο του τύπου αυτού. Από κάποια χρονική στιγμή και μετά, οι αναφορές στην Τουρκία αφορούν το σύστημα “Bora” και όχι “Yildirim”. Αυτό πιθανόν να σημαίνει ότι έχει τεθεί σε χρήση ήδη τρίτη εκδοχή του όπλου, με βεληνεκές ήδη μεγαλύτερο των 300 χλμ. Επιπλέον, κι επειδή οι τουρκικές επίσημες αναφορές στα βασικά βαλλιστικά συστήματα αφορούν συχνά το σύστηνα Bora I (σταθερά με αναφορά σε βεληνεκές 280 χλμ., για λόγους συμμόρφωσης με το καθεστώς MTCR), ενδεχομένως η εκδοχή αυτή να αποτελεί και το πιο σύγχρονο εν χρήσει βαλλιστικό σύστημα της Τουρκίας, που προφανώς βρίσκεται σε παραγωγή.  Η υπόθεση αυτή επιτείνεται από το γεγονός ότι το 2018 ο τότε τούρκος υπουργός άμυνας Νουρετίν Τσαλικλί δήλωσε στην τουρκική Βουλή ότι ο πύραυλος Bora-1 τέθηκε σε χρήση από τις ΤΕΔ το 2017[v]. Έτσι, πιθανόν το σχήμα της εξέλιξης να είναι: Yildirim I –> Yildirim II –> Bora I. Εφ’ όσον ισχύει η υπόθεση αυτή, τότε το βασικό εν χρήσει σύστημα σήμερα είναι ο Bora I, που όμως αποτελεί έκδοση του B611M με περίβλημα συνθετικών υλικών. Επισήμως, το 2020 ολοκληρώθηκαν οι παραδόσεις του συστήματος Bora I στις ΤΕΔ.
  • Ο πύραυλος Khan αποτελεί την εξαγωγική έκδοση του πυραύλου Yildirim II.
  • Στη δήλωσή του στη Βουλή το 2018, ο τούρκος υπουργός άμυνας δήλωσε ότι έχει ξεκινήσει η ανάπτυξη του συστήματος Bora II, με μεγαλύτερο βεληνεκές.
  • Τον Αύγουστο του 2020 εγκαινιάστηκε ερευνητικό κέντρο της Roketsan για διαστημικά προγράμματα[vi], και εξελίσσεται το πρόγραμμα ανάπτυξης διαστημικών φορέων. Οι διαστημικοί φορείς έχουν παρεμφερή τεχνολογία με τους βαλλιστικούς πυραύλους, και η τεχνογνωσία και οι πρόοδοι στη μία κατηγορία μεταφέρεται εύκολα στην άλλη κατηγορία. Επιπλέον, η έναρξη των εργασιών του κέντρου το 2020 είναι εξαιρετικά πιθανό να συμπίπτει με την ολοκλήρωση εργασιών ανάπτυξης σε πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων.
  • Αν και η Τουρκία δεσμεύεται από τη συμμετοχή της στο καθεστώς MTCR για κατοχή βαλλιστικών πυραύλων βεληνεκούς μέχρι ~160 ν.μ. (300 χλμ. – εξ ου και το βεληνεκές του Yildirim II αναφέρεται παγίως με βεληνεκές 280 χλμ.), υπάρχει ένα άλλο άτυπο αλλά αρκετά ισχυρό όριο βεληνεκούς που de facto έχει αναγνωριστεί ως πολιτικά ανεκτό από τη «διεθνή κοινότητα»: αυτό των 430 ν.μ. (800 χλμ.). Το βεληνεκές αυτό υπερεπαρκεί στην ΤΑ για να μπορεί να πλήττει και τους πλέον προστατευμένους στόχους της ΠΑ, στον Άραξο, στην Ανδραβίδα, το Άκτιο· στην πραγματικότητα απαιτείται βεληνεκές 600 χλμ. ώστε η ΤΑ να θέτει όλους τους σημαντικούς στόχους της ΠΑ εντός του βεληνεκούς της με τα όπλα αυτής της κατηγορίας. Το δικαίωμα για ανάπτυξη βαλλιστικών πυραύλων βεληνεκούς 800 χλμ. έχει αναγνωριστεί (de facto αλλά ανοικτά) στη Ν. Κορέα, προκειμένου να της παράσχει κάποιον βαθμό προστασίας από τη Β. Κορέα. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι εάν η τροχιά σύγκρουσης της Τουρκίας με τη Δύση συνεχιστεί, οι ΗΠΑ και άλλες χώρες δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν το καθεστώς MTCR προκειμένου να πιέσουν την Τουρκία. Όμως τόσο η ίδια η Τουρκία και ο βασικός της «ευρωπαίος» σύμμαχος, η Γερμανία, θα έχουν ένα ισχυρό επιχείρημα στα χέρια τους.

Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, είναι εύλογο να εικάζεται ότι η Τουρκία έχει ολοκληρώσει την ανάπτυξη βαλλιστικών πυραύλων βεληνεκούς 600 χλμ. και πιθανότατα βρίσκεται στη φάση παραγωγής τους.

Στις 29 Μαΐου 2019 οι ΤΕΔ προέβησαν στην εκτόξευση βαλλιστικού πυραύλου τύπου Bora I (φυσικά «βεληνεκούς 280 χλμ.»)

Βασικά Στοιχεία του Δόγματος της ΤΑ

Η Τουρκική Αεροπορία, τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα, φαίνεται να ακολουθούσε το τυπικό νατοϊκό δόγμα αεροπορικών επιχειρήσεων. Σύντομα και απλά, το δόγμα αυτό προβλέπει τη διεξαγωγή επιθετικών και αμυντικών αεροπορικών επιχειρήσεων. Τις επιθετικές επιχειρήσεις τις διενεργούν μεικτά «πακέτα» αεροσκαφών δίωξης, καταστολής αεράμυνας, κρούσης και αναγνώρισης. Τα «πακέτα» αυτά, κλιμακωμένα στον χώρο, προσπαθούν να προσεγγίσουν και να πλήξουν χερσαίους στόχους υψηλής αξίας για την αντίπαλη αεροπορία (αεροδρόμια, χερσαία ραντάρ επιτήρησης, αντιαεροπορικά συστήματα, αποθήκες βάσης κ.λπ.) ώστε να την αποδιοργανώσουν και να την εξουδετερώσουν. Τις αμυντικές επιχειρήσεις τις διενεργούν μαχητικά αεροσκάφη σε «εναέριες περιπολίες μάχης», τα οποία επιδιώκουν να αναχαιτίσουν τα αντίπαλα επιθετικά πακέτα, επιφέροντάς τους όσο το δυνατόν υψηλότερες απώλειες και αποτρέποντάς τα από το να προσεγγίσουν τους στόχους τους σε απόσταση επαρκή για την εξαπόλυση όπλων. Στις αμυντικές επιχειρήσεις τα αεροσκάφη σε πολεμικές περιπολίες συνεργάζονται με το -όποιο- δίκτυο αντιαεροπορικών όπλων για την ανάσχεση των αντιπάλων αεροσκαφών. Σε γενικές γραμμές, η διενέργεια επιχειρήσεων για την υποστήριξη άλλων σκοπών, όπως η υποστήριξη ναυτικών και χερσαίων επιχειρήσεων, γίνεται σε δεύτερο χρόνο και, εκτός πολύ ειδικών και αναπόφευκτα περιορισμένων περιπτώσεων, οι επιχειρήσεις αυτές αναλαμβάνονται αφού έχει επιτευχθεί κάποιο σημαντικό αποτέλεσμα από τις επιθετικές «αντι-αεροπορικές» επιχειρήσεις (Offensive Counter Air Operations, όρος που η ΠΑ περιέργως αποδίδει ως επιχειρήσεις αεροπορικής αντεπιθέσεως, παρ’ όλο που δεν υφίσταται όρος «counter attack» αλλά «counter air» στην ορολογία). Η γενική τάση κατά την τελευταία εικοσαετία ήταν να χρησιμοποιούνται όσο το δυνατόν μεγαλύτερου βεληνεκούς όπλα αέρος-εδάφους από τα αεροσκάφη κρούσεως των επιθετικών πακέτων έτσι ώστε αυτά να εξαπολύουν τις επιθέσεις τους από όσο πιο μακριά γίνεται, αποφεύγοντας αφ’ ενός τα αντιαεροπορικά όπλα στην ευρύτερη περιοχή των στόχων και έχοντας μεγαλύτερη άνεση στον σχεδιασμό και τη διαχείριση της διεισδύσεώς τους.

Ασχέτως των απείρων τεχνικών λεπτομερειών του παραπάνω σχήματος, αυτό είναι το γενικό σχήμα που ακολουθούν τόσο η ΠΑ όσο και η ΤΑ επί πολλά χρόνια και μέχρι σήμερα. 

Οι Επιχειρησιακές Δυνατότητες των Νέων Μέσων της ΤΑ

Όλες τα παραπάνω στοιχεία οδηγούν σε ορισμένα συμπεράσματα σχετικά με τον τρόπο που η Τουρκική Αεροπορία θα τείνει να μεταβάλει τον τρόπο ενεργείας της.

(Α) Οι επιθετικές αντιαεροπορικές επιχειρήσεις, που μέχρι τώρα εκτελούνται με σύνθετες αεροπορικές επιχειρήσεις, σταδιακά θα αντικατασταθούν από τον συνδυασμό από:

(α) Επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους. Μέχρι πρόσφατα, οι πύραυλοι της κατηγορίας αυτής, τόσο διεθνώς όσο και ειδικότερα σε ό,τι αφορά την Τουρκία, αντιμετωπίζονταν ως μέσο «στρατηγικής κρούσης» καθώς και ως μέσο μεταφοράς όπλων μαζικής καταστροφής. Αυτό σημαίνει ότι θεωρούνταν ως όπλα με τα οποία μία χώρα θα απειλούσε ή θα έπληττε πολιτικής σημασίας στόχους μίας αντίπαλης χώρας, υψηλής αξίας και μεγάλου μεγέθους (π.χ. διυλιστήρια, ηλεκτροπαραγωγικές εγκαταστάσεις κ.λπ.) ώστε να επιτύχει αποτελέσματα εκτός της καθ’ εαυτήν στρατιωτικής σύγκρουσης.

Κατά τη δεκαετία 2010-2020, η ευρεία χρήση συστημάτων καθοδήγησης ακριβείας (συνδυασμός αδρανειακής και δορυφορικής) έχουν προσδώσει στα όπλα αυτά τακτική βαρύτητα, καθώς τα καθιστά ικανά να καταστρέψουν στρατιωτικής σημασίας στόχους, κάτι που απαιτεί μεγαλύτερη ακρίβεια. Αυτός είναι ο λόγος που τα όπλα αυτά αντιμετωπίζονται πλέον από πολλούς χρήστες τους ως μέρος της τακτικής αεροπορικής τους ισχύος. Είναι αρκετά δύσκολο για βαλλιστικούς πυραύλους να επιτύχουν πιθανότητα κυκλικού σφάλματος μικρότερη των 50 μ.. Για να έχουμε σαφέστερη αντίληψη του τι σημαίνει κυκλικό σφάλμα πενήντα μ., εάν βληθούν 20 πύραυλοι με την ακρίβεια αυτή εναντίον του ιδίου σημείου, στατιστικά οι 10 θα πέσουν σε ακτίνα μικρότερη των 50 μ. από το σημείο αυτό.[vii] Σε στόχους μεγέθους αεροδρομίου (μία κύρια αεροπορική βάση έχει έκταση μεγαλύτερη των 5.000 στρεμμάτων), και με τη συγκέντρωση κρίσιμων εγκαταστάσεων σε ειδικότερες εκτάσεις εντός αυτού, απαιτείται ένα συγκεκριμένος αριθμός βαλλιστικών πυραύλων δεδομένης πολεμικής κεφαλής (στην περίπτωσή μας 480 χλγμ.) για να εξουδετερώσουν έναν τέτοιον στόχο. Ο υπολογισμός της απαιτούμενης ισχύος για την καταστροφή στόχων τέτοιου είδους (και ιδίως αεροδρομίων) αποτελεί το κατ’ εξοχήν αντικείμενο της επιχειρησιακής έρευνας (operations research) της αεροπορίας· το συγκεκριμένο πρόβλημα υπήρξε το έναυσμα της εμπλοκής των μαθηματικών επιστημόνων στα επιχειρησιακά ζητήματα της Αμερικανικής Αεροπορίας.

Στην περίπτωση της Τουρκίας, η χρήση πυραύλων βεληνεκούς της τάξεως 430 ν.μ. (800 χλμ.), που όπως προαναφέρθηκε αποτελεί και το άτυπο όριο πολιτικά επιτρεπτού βεληνεκούς, θέτει το σύνολο της ελληνικής επικράτειας εντός του βεληνεκούς των όπλων, όταν αυτά εκτοξεύονται από πολύ μεγάλο βάθος εκείθεν της ιωνικής ακτής. Εάν τα όπλα εκτοξευτούν από πλησιέστερες προς τις ακτές θέσεις, κάτι που λόγω του κινητού χαρακτήρα τους μπορεί να γίνει με σχετική ασφάλεια, τότε ακόμη και βεληνεκές 250 ν.μ. (~460 χλμ.) θέτει ακόμη και τις γεωγραφικά ασφαλέστερες αεροπορικές εγκαταστάσεις του Αράξου, της Ανδραβίδας και του Ακτίου εντός του βεληνεκούς τους.

Επισημαίνεται ότι λόγω του βαλλιστικού χαρακτήρα της τροχιάς τους, βλήματα αυτού του είδους δεν μπορούν να αναχαιτιστούν από αντιβαλλιστικά συστήματα τοποθετημένα κοντά στο «απόγειο» της τροχιάς τους, αλλά απαιτείται αυτά να είναι τοποθετημένα στην ευρύτερη περιοχή της τερματικής φάσης της πτήσης του πυραύλου. Με απλά λόγια, ενδεχόμενα αντιβαλλιστικά συστήματα θα πρέπει να είναι τοποθετημένα στην ευρύτερη περιοχή των στόχων και δεν μπορούν να τοποθετηθούν ως «φράκτες» σε ενδιάμεσες περιοχές των εκτιμώμενων ιχνών πτήσεως.

Η δυνατότητα της τουρκικής βιομηχανίας να παραγάγει σταδιακά και ανεπιτήρητα μεγάλους αριθμούς από τα όπλα αυτά, σημαίνει ότι πιθανότατα θα μπορεί να επιτευχθεί σημαντικός λόγος διαθεσίμων βλημάτων ανά κρίσιμο στόχο των ΕΕΔ, και κατά προτεραιότητα των αεροδρομίων και των αποθηκών βάσεως της ΠΑ. Αν η στρατιωτική ιστορία της Τουρκίας δείχνει κάτι, αυτό είναι ότι θα επιδιωχθεί μία εξαιρετικά υψηλή συγκέντρωση πυρών επί των στόχων που θα επιλεγούν ως κρίσιμοι και οι τουρκικές βολές δεν θα διασπαρούν σε πληθώρα στόχων χωρίς να εξασφαλίζεται η εξουδετέρωση των σημαντικότερων εξ αυτών.

Τέλος, το γεγονός ότι οι μονάδες των βαλλιστικών πυραύλων είναι εποχούμενες, καθώς και το ότι η εκτόξευση των πυραύλων δεν θέτει σημαντικές απαιτήσεις σε ό,τι αφορά την τοποθεσία εκτοξεύσεως, σημαίνει ότι οι εκτοξευτήρες των βαλλιστικών θα μπορούν να επιχειρούν πρακτικά οπουδήποτε επί του οδικού δικτύου των ευρύτερων περιοχών εκτοξεύσεώς τους, που όπως προαναφέρθηκε είναι πολύ ευρείες γεωγραφικές ζώνες. Συνεπώς, ο εντοπισμός των εκτοξευτήρων και των μονάδων προκειμένου αυτοί να εξουδετερωθούν, είναι μία εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση.

Φωτ. 9: Επιχειρησιακή χρήση του πυραύλου Bora I από τις ΤΕΔ. Εκτόξευση εναντίον θέσεων των Κούρδων, στην επαρχία Hakkari. Η εκτόξευση έγινε, προφανώς όχι τυχαία, στις 29 Μαΐου 2019.

(β) Επιθέσεις με πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς SOM από μαχητικά αεροσκάφη, στις τρεις γνωστές εκδόσεις του όπλου, και πιθανότατα σε υπό ανάπτυξη εκδόσεις με μεγαλύτερο βεληνεκές. Στις επιθέσεις της κατηγορίας αυτής, με τις ήδη γνωστές εκδόσεις του όπλου, η ΤΑ μπορεί να πλήξει τους σταθερούς στόχους της ΠΑ στο Αιγαίο χωρίς τα τουρκικά αεροσκάφη να πετάξουν εκτός της ακτής της Ιωνίας και πάνω από το Αιγαίο· ακόμη και το αεροδρόμιο του Καστελλίου είναι εντός εμβελείας των SOM A/B1/B2 με άφεση του όπλου πάνω από την Κνιδία Χερσόνησο.

(γ) Επιθέσεις ακριβείας μεγάλου βεληνεκούς SOM από ανεπάνδρωτα μαχητικά αεροσκάφη Akinci. Προφανώς οι εξαπολύσεις του όπλου δεν διαφέρουν καθ’ εαυτές, είτε γίνονται από αεροσκάφη F-16 είτε από ανεπάνδρωτα Akinci. Εν προκειμένω, το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η δυνατότητα των Akinci να συμμετάσχουν στην εξαπόλυση των όπλων αυξάνει ουσιωδώς τα όπλα που μπορούν ταυτόχρονα να εξαπολυθούν στο πρώτο κύμα, καθώς και σε κάθε επόμενο κύμα επιθέσεων, ή/και αυξάνει τον αριθμό των μαχητικών αεροσκαφών F-16 που αποδεσμεύονται από τις αποστολές βομβαρδισμού (δηλαδή εκτοξεύσεως SOM) και μπορούν έτσι να συμμετάσχουν στις (αμυντικές) εναέριες πολεμικές περιπολίες της ΤΑ, δυσκολεύοντας αντίστοιχα τις ελληνικές επιθετικές διεισδύσεις.

(Β) Οι αμυντικές αντιαεροπορικές επιχειρήσεις, που μέχρι τώρα εκτελούνται με πολεμικές αεροπορικές περιπολίες, έχουν τα εξής δύο χαρακτηριστικά:

(α) Ως προς τα μαχητικά αεροσκάφη που τις εκτελούν, η ποιότητα των αεροσκαφών αυτών θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη του προγράμματος ραντάρ AESA της ΤΑ. Το πρόγραμμα αυτό, το οποίο είναι φιλόδοξο, είναι πιθανόν να επιτύχει και να αποδώσει ένα ικανό ραντάρ, ή να καθυστερήσει σημαντικά ή να αποδώσει ένα ραντάρ ουσιωδώς χαμηλότερων επιδόσεων. Στην περίπτωση που η τουρκική αεροπορική βιομηχανία δεν καταφέρει σε εύλογο χρονικό διάστημα να αναπτύξει και να κατασκευάσει ένα ανταγωνιστικό ραντάρ AESA για F-16, το σύνολο των τουρκικών μαχητικών θα έχει σημαντικά υποδεέστερες επιδόσεις έναντι της πλειοψηφίας των ελληνικών F-16 -και προφανώς και των Rafale. Σε αντίθετη περίπτωση, το σύνολο των τουρκικών μαχητικών θα έχει ραντάρ ελέγχου πυρός ισοδύναμο με αυτό της μισής περίπου δυνάμεως της ΠΑ και καλύτερο του υπολοίπου των μαχητικών της -με την προφανή εξαίρεση του 18 ή 24 Rafale.

(β) Ως προς τα αντιαεροπορικά συστήματα που τις υποστηρίζουν, ενώ μέχρι πολύ πρόσφατα η ΤΑ ουσιαστικά δεν είχε σοβαρή αντιαεροπορική άμυνα να υποστηρίζει τις αμυντικές της επιχειρήσεις, πλέον σταδιακά αποκτά μία πολυστρωματική άμυνα. Βασικά στοιχεία σε αυτήν αποτελούν το σύστημα S-400, τα αντιαεροπορικά HAWK που δεν μπορούν να αγνοηθούν, κυρίως όμως τα Α/Α HISAR τόσο στην έκδοση μέσου όσο και στην έκδοση βραχέως βεληνεκούς. Το Α/Α αυτό σύστημα μας είναι άγνωστο. Προφανώς, ένα κρίσιμο ζήτημα είναι η έκβαση της τύχης των πυραύλων S-400. Σε κάθε περίπτωση, εάν οι Τούρκοι δεν εξαναγκαστούν να τους θέσουν εκτός λειτουργίας, τότε, σε αντίθεση με τα συστήματα S300 της ΠΑ, αυτά θα ανταλλάσσουν αυτόματα στοιχεία με το τουρκικό ΣΑΕ.

Πιθανή Μετεξέλιξη του Δόγματος Επιχειρήσεων της ΤΑ

Με τον συνδυασμό των τριών μεθόδων επιθέσεως που προαναφέρθηκαν και που είτε είναι τώρα επιχειρησιακά διαθέσιμες στην ΤΑ, είτε καθίστανται σταδιακά διαθέσιμες και θα είναι εν χρήσει εντός της τρέχουσας δεκαετίας, η ΤΑ θα είναι σε θέση να τροποποιήσει ριζικά το δόγμα των αεροπορικών επιχειρήσεών της.

Ειδικότερα:

(α) Οι συνδυασμένες επιθετικές επιχειρήσεις «πακέτων» με διείσδυση στην ελληνική επικράτεια είναι δυνατόν να αντικατασταθούν από ένα μείγμα βολών βαλλιστικών πυραύλων, επιθέσεων από «πακέτα» βαρέων ανεπάνδρωτων αεροσκαφών καθώς και βολών με όπλα SOM από αεροσκάφη F-16 και/ή ανεπάνδρωτα αεροσκάφη Akinci, τα οποία δεν θα χρειάζονται να εγκαταλείψουν τη μικρασιατική ακτή. Το πλήθος των διαθέσιμων όπλων είναι ή σταδιακά καθίσταται τέτοιο που η ΤΑ μπορεί να διενεργεί μαζικές και εντατικές επιθέσεις εναντίον των βασικών στόχων της ΠΑ χωρίς να εκθέτει τα μαχητικά της σε κίνδυνο, και στην πραγματικότητα χωρίς να τα χρησιμοποιεί καν για αποστολές OCA. Κατ’ ακρίβειαν, ειδικά κατά την αρχική φάση των επιχειρήσεων,  θα δεσμεύονται σε αποστολές OCA μόνον τα ανεπάνδρωτα Akinci και τα αεροσκάφη F-16 που θα εκτοξεύουν πυραύλους SOM. Μάλιστα, η εμμονή της ΤΑ στη διατήρηση της εναέριας ανεφοδιαστικής ικανότητας είναι πιθανόν να σχετίζεται με την ανάθεση των βολών SOM σε αεροσκάφη F-16 που θα εδρεύουν σε σημαντικό βάθος στα ανατολικά της χώρας, καθώς δεν θα χρειάζεται, και πιθανόν δεν θα είναι δυνατόν -για λόγους χωρητικότητας των αεροδρομίων- να μετασταθμεύσουν στα δυτικά. Καθώς οι μακρές πτήσεις και ο εναέριος ανεφοδιασμός έχουν έντονη επίπτωση στην ικανότητα των χειριστών για διεξαγωγή αεροπορικής μάχης, μία τέτοια τακτική σημαίνει ότι το σύνολο των αεροσκαφών που θα σταθμεύουν δυτικά θα μπορούν αφιερώνονται στις αεροπορικές εμπλοκές.

Μία τέτοια εξέλιξη σημαίνει ότι οι τουρκικές μοίρες ουσιαστικά θα απαλλαγούν από την υποχρέωση να «βγαίνουν» στο Αιγαίο για επιθετικές επιχειρήσεις, ειδικά κατά την αρχική φάση των επιχειρήσεων. Η ΤΑ έχει πλήρη συναίσθηση ότι η επίδοση των πληρωμάτων της στην αεροπορική μάχη δεν ήταν ιδιαίτερα καλή, και ότι ο χώρος του Αιγαίου αντιμετωπίζονταν και αντιμετωπίζεται με φοβία από τους τούρκους χειριστές. Η κατάσταση αυτή επιτάθηκε δραματικά από το πραξικόπημα του 2016 και έχει οδηγήσει σε αντίστοιχη τροποποίηση των πρακτικών της ΤΑ εδώ και χρόνια.

(β) Οι αμυντικές αεροπορικές επιχειρήσεις αναλαμβάνονται από πολύ μεγαλύτερο αριθμό μαχητικών αεροσκαφών, αφού δεν χρειάζεται διάθεση μαχητικών για COMAO. Επιπλέον, το σύνολο των αεροπορικών εμπλοκών μεταφέρεται πάνω από το χερσαίο έδαφος της Μικρασίας, όπου τα ελληνικά μαχητικά θα πρέπει να συνεχίσουν να διεισδύουν για να προσβάλουν αποτελεσματικά τους στόχους τους. Τέλος, οι αμυντικές αεροπορικές επιχειρήσεις των τούρκων ενισχύονται πλέον από ένα ολοένα και πυκνότερο και πιο σύγχρονο δίκτυο αντιαεροπορικών συστημάτων, και μάλιστα τουρκικής σχεδίασης και κατασκευής. Ο πυρήνας της αντιαεροπορικής αυτής άμυνας είναι τα συστήματα S-400, των οποίων οι δυνατότητες μας είναι άγνωστες, και τα οποία συμπληρώνονται από νέα, τουρκικής σχεδίασης και κατασκευής συστήματα HISAR, τα οποία μας είναι επίσης παντελώς άγνωστα.

(γ) Οι αεροπορικές επιχειρήσεις για την υποστήριξη των χερσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες κατ΄ εξοχήν εκτελούνται από τα μαχητικά αεροσκάφη μετά την επίτευξη αεροπορικής υπεροχής, συνεπώς -σχεδόν υποχρεωτικά- κάποιες ημέρες μετά την έναρξη των επιχειρήσεων εάν ο αντίπαλος είναι στοιχειωδώς αξιόμαχος, τώρα ανατίθενται στα ανεπάνδρωτα αεροσκάφη. Έτσι, τόσο στο Ανατολικό Αιγαίο όσο και στη Θράκη, τα βαρέα ανεπάνδρωτα Akinci θα μπορούν να εκτελούν βολές με κατευθυνόμενες βόμβες μέσου βεληνεκούς (~15 ν.μ., πρακτικά ~10 ν.μ. λόγω των πτητικών επιδίσεων των Akinci) εναντίον των δυνάμεων επί του ποταμού Έβρου από το εσωτερικό της Τουρκίας και από μέσο ύψος. Οι θέσεις αυτές κρατούν τα ανεπάνδρωτα εκτός του βεληνεκούς των ελληνικών Α/Α συστημάτων, ενώ τα ελληνικά μαχητικά θα πρέπει να αντιμετωπίζουν πυκνά τουρκικά CAP στην προσπάθειά τους να καταρρίψουν τους -εύκολους καθ’ εαυτούς στόχους- των τουρκικών ανεπάνδρωτων.

Εάν εξουδετερωθούν και οι ΜΣΕΠ του Βορρά, τότε το βεληνεκές των τουρκικών βαρέων ανεπάνδρωτων αεροσκαφών τους επιτρέπει να ενεργούν και βορείως της Θράκης και της Μακεδονίας, απαγορεύοντας τις επικοινωνίες προς το Δ’ ΣΣ. Προκειμένου να αντιδράσει, η ΠΑ θα πρέπει να «τραβήξει» τις περιοχές περιπολίας των ιπταμένων ραντάρ της βόρεια, και μάλιστα σε ίχνη στην κατεύθυνση από δυτικά προς ανατολικά, κάτι που είναι εξαιρετικά δύσκολο και αντιπαραγωγικό.

(δ) Στα ελαφρά ανεπάνδρωτα αεροσκάφη τύπου Bayraktar είναι προφανές ότι θα ανατεθούν αποστολές εγγύς αεροπορικής υποστηρίξεως, όταν (και εάν) κριθεί ότι έχει επιτευχθεί επίπεδο αεροπορικής υπεροχής τέτοιο που να επιτρέπει τη -σχετικά ασφαλή- δράση τους. Είναι επίσης προφανές από τα προηγούμενα παραδείγματα δράσεως της ΤΑ ότι τα αεροσκάφη αυτά θα υποστηριχθούν από συστήματα Ηλεκτρονικού Πολέμου Koral. Καθώς τα πιθανά πεδία για επιχειρήσεις ΕΑΥ είναι κοντά στην τουρκική περίμετρο (Αν. Θράκη και Ιωνική ακτή), δεν υφίσταται λόγος δέσμευσης των ιπταμένων εκδόσεων του παρεμβολέα SOJ για τις αποστολές αυτές. Κυρίως, όμως, τα μέσα ανεπάνδρωτα μαχητικά Bayraktar θα ενεργούν κάτω από την προστασία των βαρύτερων ανεπάνδρωτων μαχητικών Akinci και Aksungur, τα οποία θα ίπτανται σε μεγαλύτερο ύψος, και θα αναλαμβάνουν να καταστέλλουν την ελληνική Α/Α άμυνα που θα παραμένει ενεργή. Έτσι, ενώ τα Bayraktar θα είναι κατ’ αρχήν δυνατόν να αντιμετωπιστούν από τις ΜΕΑΠ των νήσων, η εκδήλωση πυρών από αυτές θα σημαίνει την επέμβαση, σε πραγματικό χρόνο, των βαρέων ανεπάνδρωτων μαχητικών με πυρά ακριβείας (όπλα TEBER και HKG). Τα βαρέα ανεπάνδρωτα μαχητικά επιχειρούν σε ύψη που τα καθιστούν απρόσβλητα στα ελληνικά αντιαεροπορικά συστήματα της ΑΣΔΕΝ.

Το ανωτέρω σχήμα σημαίνει, συνολικά, ότι ιδίως κατά την αρχική φάση των επιχειρήσεων, η ΤΑ θα διατηρεί πολύ μεγαλύτερο αριθμό επανδρωμένων μαχητικών αεροσκαφών σε αμυντικό ρόλο (διενέργεια CAP) απ’ ότι εάν έπρεπε να αφιερώσει επανδρωμένα μαχητικά αεροσκάφη για τη διενέργεια επιθέσεων, και ότι το σύνολο των επανδρωμένων αεροσκαφών θα περιορίζεται σε πτήσεις πάνω από τη Μικρασία.

Το ανωτέρω σχήμα δεν σημαίνει, προφανώς, ότι η ΤΑ θα παραιτηθεί πλήρως από τη διενέργεια επιθετικών επιχειρήσεων με την κλασική τακτική πακέτων COMAO. Αυτά όμως μπορούν να ενεργήσουν σε δεύτερο χρόνο, όταν η αρχική φάση των επιχειρήσεων έχει επιφέρει σημαντικά πλήγματα σε χερσαίες εγκαταστάσεις της ΠΑ και έχει φθείρει σημαντικά τη δύναμη των μαχητικών της, αμυνόμενη με ευνοϊκούς όρους στις ελληνικές επιχειρήσεις αεροπορικής επιθέσεως. Η ύπαρξη των αεροσκαφών HAVASOJ σημαίνει επίσης ότι τα τουρκικά πακέτα COMAO κατά τις επιχειρήσεις τους θα έχουν υποστήριξη από ηλεκτρονικούς παρεμβολείς μεγάλης ισχύος και μεγάλης εμβέλειας· η ΤΑ θα είναι μία από τις ελάχιστες αεροπορίες παγκοσμίως που διαθέτουν τέτοιου είδους υποστήριξη. Ακόμη και αν ο HAVASOJ δεν παρεμβάλει ικανοποιητικά τα ραντάρ AESA των F-16 Viper και των Erieye EMB-145 -στοιχείο που δεν είναι βέβαιο- είναι προφανές ότι η δυνατότητα καταστολής αεράμυνας των τουρκικών πακέτων θα είναι ιδιαίτερα ενισχυμένη.

Επίλογος

Τα όσα αναφέρθηκαν αποτελούν, σε μεγάλο βαθμό, εκτιμήσεις σχετικά με την πορεία που θα λάβει το δόγμα της ΤΑ στην τρέχουσα δεκαετία, υπό την επήρεια των τεχνολογικών εξελίξεων στον αεροπορικό πόλεμο γενικά, των πολιτικών εξελίξεων που ωθούν την Τουρκία, εκούσα-άκουσα, προς μεγαλύτερη εξοπλιστική αυτονομία, καθώς και της συνεχούς τεχνολογικής και βιομηχανικής ανάπτυξης της γειτονικής χώρας.

Προφανώς, οι εκτιμήσεις αυτές βασίζονται σε δύο γενικές υποθέσεις, που δεν είναι ασφαλείς:

(α) στην υπόθεση ότι η τουρκική βιομηχανία θα επιτύχει την ωρίμανση των υπό ανάπτυξη όπλων, και

(β) στην υπόθεση ότι η ΤΑ, πράγματι, θα επιλέξει την εξέλιξη του δόγματός της κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, που δεν είναι απολύτως ορθόδοξος και σύμφωνος με τα «τρέχοντα» νατοϊκά κρατούντα.

Ως προς το (α), είναι γεγονός ότι οι εκτιμήσεις που αναφέρονται στο κείμενο δεν βασίζονται σε συγκεκριμένες πληροφορίες, και συνεπώς δεν είναι ασφαλείς. Δεν αποκλείεται σε επί μέρους στοιχεία, ενδεχομένως και κρίσιμα, να υπερτιμούν τις προσεχείς εξελίξεις στα τουρκικά βιομηχανικά προγράμματα. Όμως τονίζεται ότι:

  • Οι εκτιμήσεις που γίνονται είναι εύλογες, και εκτός εάν υφίστανται συγκεκριμένες, συστηματικές και αξιόπιστες πληροφορίες περί του αντιθέτου, θα ήταν στρατιωτικά εγκληματικό να αγνοηθούν. Δυστυχώς ο «αιφνιδιασμός» τείνει να γίνει το αγαπημένο είδος αποτυχίας των ΕΕΔ, ιστορικά και μέχρι σήμερα.
  • Ασχέτως της ορθότητας των επί μέρους εκτιμήσεων που έγιναν στο παρόν κείμενο, η τεχνολογική και βιομηχανική ανάπτυξη της Τουρκίας αποτελεί βασικό στοιχείο της στρατιωτικής απειλής που στο μέλλον θα αντιμετωπίζουμε: ολοένα και περισσότερο, δεν θα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τι συστήματα αναπτύσσει η Τουρκία, τα τεχνικά τους χαρακτηριστικά, ακόμη και τους αριθμούς τους. Το στοιχείο αυτό αποτελεί, γενικώς, εγγενές και βασικό σημείο των στρατιωτικών ανταγωνισμών ιστορικά, στοιχείο που εμείς, λόγω της ιδιαίτερης πολιτικής κατάστασης στην ευρύτερη περιοχή μας από τον Β’ ΠΠ και μετά, έχουμε ξεχάσει. Δυστυχώς, θα κληθούμε να το αντιμετωπίσουμε στο προσεχές μέλλον. 

Ως προς το (β), θα πρέπει να τονιστεί με τον πλέον εμφατικό τρόπο, ότι το κρισιμότερο στοιχείο σε έναν πόλεμο είναι η ορθή στρατηγική και επιχειρησιακή σύλληψή του, ενώ η τακτική δεξιότητα έπεται. Δυστυχώς, οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις έχουν επιδείξει σημαντική δεξιότητα στα επίπεδα αυτά, ακόμη και μέχρι σήμερα.

Στο πλαίσιο αυτό είναι κρίσιμο να γίνει μία τελευταία παρατήρηση: Κατά την επισκόπηση της τουρκικής δραστηριότητας σε τρεις πολεμικές συγκρούσεις στις οποίες αυτή ενεπλάκη, και ειδικότερα στη Λιβύη, στην Αρμενία και στη Συρία, τα νέα τουρκικά ανεπάνδρωτα μαχητικά αεροσκάφη Bayraktar TB2 απέσπασαν τη διεθνή προσοχή με τη δράση τους, η οποία μάλιστα προβλήθηκε συστηματικά και επιδέξια από την ίδια την Τουρκία. Πολλοί παρατηρητές, ιδίως στην Ελλάδα, αποδύθηκαν σε μία συστηματική προσπάθεια να αποδείξουν πως ό,τι πέτυχαν τα συστήματα αυτά στα συγκεκριμένα πολεμικά θέατρα επιχειρήσεων, όσο εντυπωσιακά και να είναι, είναι αδύνατον να τα επιτύχουν εναντίον της Ελλάδας, μιας και αυτή έχει πολύ πιο σύνθετο και ικανό αμυντικό μηχανισμό.

Η θέση αυτή είναι ασφαλώς σωστή, όμως η δράση, και μάλιστα ο ακριβής τρόπος δράσης των TB2 δεν υπήρξε το κρίσιμο στοιχείο της τουρκικής εμπλοκής στις συγκρούσεις αυτές. Το κρίσιμο στοιχείο υπήρξε ότι οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις ενεπλάκησαν σε τρία «νέα» θέατρα επιχειρήσεων, σε τρία νέα στρατηγικά, επιχειρησιακά και τακτικά προβλήματα, και η σύλληψή τους και συνολική αντιμετώπιση των ειδικών αυτών περιπτώσεων υπήρξε εξαιρετικά εύστοχη, αποφέροντας τα πολιτικά και στρατιωτικά αποτελέσματα που ήταν δυνατόν να επιτευχθούν. Στην Αρμενία, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι το τι ακριβώς κατόρθωσαν να κάνουν τα TB2 (και αν μπορούν να κάνουν το ίδιο εναντίον μας). Το κρίσιμο ζήτημα είναι ότι, πρακτικά, στις ΤΕΔ ανετέθη ο συνολικός σχεδιασμός ενός -περιορισμένου- πολέμου, με τα συγκεκριμένα δεδομένα που διέθεταν φίλοι και εχθροί σε αυτόν, και η σύλληψη και επίλυση του προβλήματος ήταν η ορθή· τα TB2 ασφαλώς και δεν είναι «παντοδύναμα», αλλά ήταν ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο που οι Τούρκοι ήξεραν πώς να αξιοποιήσουν κατά τον βέλτιστο τρόπο, σε συνδυασμό με άλλα μέσα, με τις ενδεδειγμένες τακτικές (και όχι μόνον στη χρήση των ανεπάνδρωτων και τον συνδυασμό τους με μέσα ηλεκτρονικού πολέμου -ήδη ένα σημαντικό τακτικό επίτευγμα) ώστε να εξουδετερώσουν τον δεδομένο αντίπαλο. Τα TB2 δεν είναι παντοδύναμα, αλλά ήταν από τα λίγα εργαλεία που οι Αζέροι/Τούρκοι διέθεταν στη συγκεκριμένη σύγκρουση, και οι Τούρκοι επέδειξαν εξαιρετική αντίληψη στο πώς να τα αξιοποιήσουν. Το ίδιο ισχύει και για τις άλλες συγκρούσεις που αναφέρθηκαν. Προφανώς, εάν η Τουρκία στραφεί στρατιωτικά εναντίον της Ελλάδας, τα ΤΒ2 είναι σχεδόν ήσσονος σημασίας όπλο στο συνολικό τουρκικό οπλοστάσιο.

Το γεγονός ότι το οπλοστάσιο αυτό διευρύνεται ραγδαία και το ότι οι ΤΕΔ επιδεικνύουν μεγάλη οξυδέρκεια και επιδεξιότητα στη συνολική αξιοποίηση του, είναι τα δύο στοιχεία που αποτελούν το δυσάρεστο συμπέρασμα από τις συγκρούσεις της Αρμενίας, της Λιβύης και της Συρίας.


[i] https://baykardefence.com/uav-14.html

[ii] https://www.dailysabah.com/business/defense/turkeys-baykar-to-mass-produce-akinci-ucav-soon

[iii] https://www.ssb.gov.tr/urunkatalog/en/6/

[iv] Αναφέρεται παγίως βεληνεκές «280 χλμ.» εξ αιτίας του περιορισμού της συνθήκης MTCR (Missile Technology

Control Regime)

[v] https://www.defensenews.com/land/2018/05/02/turkey-seeks-to-expand-range-of-locally-built-missile/

[vi] http://www.millisavunma.com/news/roketsan-uydu-firlatma-uzay-sistemleri-ve-ileri-teknolojiler-arastirma-merkezi-acilisi/

[vii] Στα όπλα ακριβείας, το κυκλικό σφάλμα ορίζεται ως ο κύκλος εντός του οποίου θα βρεθεί το 90% ενός μεγάλου αριθμού βολών. Στους βαλλιστικούς πυραύλους, ο ορισμός παραμένει με βάσει το 50%.


[BU1]Μεσαίο ύψος