Ήρθε η ώρα να διαψευστεί ο Κονδύλης;

Αναδημοσιεύουμε από τον ιστοχώρο e-amyna.com


Ι. Σύντομο ιστορικό

Από την ταυτόχρονη προσχώρηση της Ελλάδας και της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ (1952) και για περίπου έξι δεκαετίες, η σχετική αξία που απέδιδε στις δύο χώρες η δυτική συμμαχία ήταν περίπου σταθερή: ως «προκεχωρημένο φυλάκιο» έναντι της Σ. Ένωσης στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου αλλά και λόγω της γενικότερα καίριας γεωγραφικής της θέσης, η Τουρκία αντιμετωπιζόταν ως χώρα μεγάλης στρατηγικής σημασίας, ενώ η Ελλάδα ως δευτερεύουσα και παρακολουθηματική της Τουρκίας. Στις κατά καιρούς ελληνοτουρκικές διενέξεις, οι παρεμβάσεις των ΗΠΑ είχαν ως γνώμονα την ενότητα της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, κάτι που έδινε και στην Ελλάδα κάποια διαπραγματευτικά περιθώρια (που αξιοποιήθηκαν π.χ. στην κρίση του 1987). Αλλά ο βασικός κανόνας παρέμενε αυτός που διατυπώθηκε από τον L. Eagleburger προς τον Χ. Ζαχαράκι: «Μη βάζετε τις ΗΠΑ στη θέση να διαλέξουν μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Αν μας βάλετε να διαλέξουμε, 9 στις 10 φορές θα διαλέξουμε την Τουρκία γιατί αυτό είναι το συμφέρον των ΗΠΑ».

Με αυτό το δεδομένο από πλευράς ΗΠΑ/ΝΑΤΟ, και καθώς η Τουρκία με την εισβολή στην Κύπρο και τις νέες αμφισβητήσεις του αιγαιακού status quo (εναέριος χώρος κλπ) αναδεικνυόταν σε πρωταρχική απειλή για την ελληνική εθνική ασφάλεια, η Ελλάδα άρχισε μετά το 1974 να αναζητεί πρόσθετες εγγυήσεις εθνικής ασφαλείας. Σε στρατιωτικό επίπεδο, η διάταξη των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων αναπροσανατολίστηκε από το Βορρά προς την Ανατολή, ενώ έγιναν εξοπλισμοί με εθνικούς πόρους από εναλλακτικές πηγές (Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία) με στόχο την επίτευξη ποιοτικής υπεροχής και την απεξάρτηση από μοναδικές πηγές εξοπλισμού. Σε διπλωματικό επίπεδο, τα πρόσθετα ερείσματα αναζητήθηκαν κυρίως με την ένταξη της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ, που αποδείχθηκε πολύ σημαντικότερη από τους πειραματισμούς της δεκαετίας του ’80 με «κινήματα αδεσμεύτων» κλπ.

Η ελληνική προσπάθεια στρατιωτικής αποτροπής της Τουρκίας και εξισορρόπησής της με πρόσθετα διπλωματικά ερείσματα λειτούργησε ικανοποιητικά για περίπου 20 χρόνια (1975-1995), αλλά τα όριά της φάνηκαν στην κρίση των Ιμίων το 1996. Η ελληνική υποχώρηση στα Ίμια, και ακολούθως η ματαίωση της εγκατάστασης των πυραύλων S-300 στην Κύπρο και η παράδοση του Α. Οτσαλάν στην Τουρκία, μπορούν μεν να αποδοθούν στην ιδεολογική συγκρότηση των «εκσυγχρονιστών» του Κ. Σημίτη, αλλά αντικειμενικά ήταν και απότοκα της συνεχώς αυξανόμενης διαφοράς ισχύος μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας. Η διαφορά αυτή δεν εντοπιζόταν μόνο στη στρατιωτική ισχύ, αλλά και στη μεγάλη δημογραφική, οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη της Τουρκίας (σε αντίθεση με τη στασιμότητα της Ελλάδας κατά τη δεκαετία του ’80), καθώς και στα αυξημένα στρατηγικά της ερείσματα, στα οποία είχε προστεθεί και η συμμαχία με το Ισραήλ.

Σχολιάζοντας τη δυναμική των πραγμάτων, ο Π. Κονδύλης είχε σχολιάσει τότε: «στον βαθμό όπου η Ελλάδα θα καθίσταται ανεπαίσθητα γεωπολιτικός δορυφόρος της Τουρκίας, ο κίνδυνος πολέμου θα απομακρύνεται, οι ψευδαισθήσεις θα αβγατίζουν και η παράλυση θα γίνεται ακόμα ηδονικότερη, εφ’ όσον η υποχωρητικότητα θα αμείβεται με αμερικανικούς και ευρωπαϊκούς επαίνους, που τους χρειάζεται κατεπειγόντως ο εκσυγχρονιζόμενος Βαλκάνιος, και επίσης με δάνεια και δώρα για να χρηματοδοτείται ο παρασιτικός καταναλωτισμός. Απ’ αυτές τις συνθήκες ό,τι στην πραγματικότητα θα συνιστά κάμψη της ελληνικής αντίστασης κάτω από την πίεση του υπέρτερου τουρκικού δυναμικού, οι Έλληνες θα συνηθίσουν σιγά-σιγά να το ονομάζουν «πολιτισμένη συμπεριφορά», «υπέρβαση του εθνικισμού» και «εξευρωπαϊσμό». Πράγματι, το σημερινό δίλημμα είναι αντικειμενικά τρομακτικό και ψυχολογικά αφόρητο: η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή. Η υπέρβαση του διλήμματος αυτού, η ανατροπή των σημερινών γεωπολιτικών και στρατηγικών συσχετισμών απαιτεί ούτε λίγο ούτε πολύ την επιτέλεση ενός ηράκλειου άθλου, για τον οποίο η ελληνική κοινωνία, έτσι όπως είναι, δεν διαθέτει τα κότσια».

Το 1999 στο Ελσίνκι σημειώθηκε αλλαγή δόγματος στην ελληνική εξωτερική πολιτική, καθώς η κυβέρνηση Σημίτη ήρε τις ελληνικές αντιρρήσεις για την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και υιοθέτησε τη λογική της «εξημέρωσης του θηρίου», δηλαδή του εξευρωπαϊσμού της Τουρκίας μέσω του κινήτρου της ευρωπαϊκής προοπτικής. Όπως τη συνόψισε ο θερμότερος θιασώτης της, Γ. Παπανδρέου, η πολιτική αυτή σήμαινε ότι «η Ελλάδα θα ρυμουλκήσει το κάρο της Τουρκίας στην Ευρώπη». Έτσι η ελληνική πολιτική ηγεσία συνομιλούσε κατά καιρούς με Τούρκους πολιτικούς τους οποίους αναγόρευε σε «ελπιδοφόρους ευρωπαϊστές-εκσυγχρονιστές», κυρίως βάσει των δικών της ευσεβών πόθων: είναι χαρακτηριστικό ότι ο τελευταίος Τούρκος ηγέτης που χαιρετίστηκε ως «ελπιδοφόρος ευρωπαϊστής» ήταν ο Ρ.Τ. Ερντογάν αυτοπροσώπως…

συνεχίστε την ανάγνωση στην πηγή