Ενδεδειγμένος σχεδιασμός ενεργειακής ασφάλειας για την Ελλάδα και την Κύπρο (Μέρος ΄Β, τελευταίο).

Γράφει ο ειδικός συνεργάτης

SWOT Ανάλυση της Ελλάδας

Παρά τη μακροχρόνια απραγία και έλλειψη στρατηγικών στόχων, η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια δείχνει να έχει αντιληφθεί το σημαντικό ρόλο που μπορεί και οφείλει να διαδραματίσει, λόγω της γεωγραφικής της θέσης και ως μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας για τη μεγιστοποίηση της ενεργειακής της ασφάλειας. Σύμφωνα με το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών: «Βασικός στόχος της ενεργειακής πολιτικής της Ελλάδας και, ειδικότερα, των διεθνών ενεργειακών σχέσεων της χώρας, είναι η μεγιστοποίηση της ενεργειακής ασφάλειας, σε ανταγωνιστικές τιμές μονάδος, μέσω πολλαπλών και εναλλακτικών πηγών ενέργειας. Προς την κατεύθυνση αυτή κατατείνουν όλες οι διεθνείς επαφές τόσο σε διμερή, όσο και σε τριμερή ή τετραμερή σχήματα συνεργασίας με κράτη της ευρύτερης περιοχής, με ακρογωνιαίο λίθο τον άξονα Ελλάδος-Κύπρου». Επιπρόσθετα, έσπευσε να τακτοποιήσει τις εκκρεμμότητες σχετικά με τις θαλάσσιες ζώνες της (καθορισμός ΑΟΖ με Ιταλία, Αλβανία και Αίγυπτο), ώστε να υπάρχει το κατάλληλο πλαίσιο ενεργειών, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Η αδυναμία καθορισμού της ΑΟΖ με τη Λευκωσία και την Άγκυρα, εξαιτίας της τουρκικής απειλής, συνιστά ύψιστο πρόβλημα στην έρευνα και εκμετάλλευση κοιτασμάτων φυσικού αερίου.

Δυνάμεις – Strengths

Οι δυνατότητες συνεργασίας με τις χώρες των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής ενισχύονται συνεχώς, αναβαθμίζεται το προφίλ της Ελλάδας και «ανοίγουν» νέα παράθυρα ευκαιριών για την επίτευξη των ενεργειακών στόχων. Οι ενεργειακές επιδιώξεις της χώρας συμπίπτουν με αυτές της ΕΕ και ως μέλος, μπορεί να επηρεάζει και να διαμορφώνει την ενεργειακή πολιτική της Ένωσης. Ένα ακόμα σημαντικό επίτευγμα είναι η κατασκευή των υποδομών LNG στην Αλεξανδρούπολη, που δίνουν τη δυνατότητα μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου προς την Ευρώπη. Επιπρόσθετα, εξαιτίας του εδάφους και του κλίματός της (ήλιος, αέρας, θάλασσα), δίνονται σημαντικές ευκαιρίες για την ανάπτυξη Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και την απεξάρτηση από τον λιγνίτη που είναι ζημιογόνος για την ατμόσφαιρα. Τέλος, εκτιμάται ότι ο ελληνικός ορυκτός πλούτος, κυρίως σε κοιτάσματα υδρογονανθράκων, δεν έχει ακόμα ανακαλυφθεί και προς τούτο έχουν ανακοινωθεί, από την ελληνική κυβέρνηση, μελλοντικές έρευνες.

Αδυναμίες – Weaknesses

Η Ελλάδα διαθέτει περιορισμένες δυνατότητες για την έρευνα νέων πόρων και την κατασκευή ενεργειακών υποδομών. Αυτό οφείλεται στη μικρή τεχνολογική και βιομηχανική ανάπτυξη, το μικρό ανθρώπινο δυναμικό και την οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας, αλλά κυρίως στην έλλειψη ορθής νοοτροπίας σχετικά με την έρευνα και τις επενδύσεις για απόκτηση τεχνογνωσίας. Η μεγάλη εξάρτηση (οικονομία, Ένοπλες Δυνάμεις) από άλλες χώρες σε εξοπλισμούς και τεχνολογία, αποτελεί εμπόδιο για φιλόδοξους ενεργειακούς σχεδιασμούς. Τέλος, το αρνητικό ενεργειακό ισοζύγιο της χώρας (εισάγει το 71,7% των συνολικών της ενεργειακών αναγκών της, το 100% του φυσικού αερίου και το 98,5% του πετρελαίου) και η εξάρτηση από τον λιγνίτη, επιβάλλει την εισαγωγή μεγάλων ποσοτήτων υδρογονανθράκων για την κάλυψη των αναγκών της.

Ευκαιρίες – Opportunities

Το διαμορφούμενο περιβάλλον και ειδικά η ανακάλυψη των υδρογονανθράκων της Ανατολικής Μεσογείου, δίνουν νέες ευκαιρίες για την επίτευξη της ενεργειακής ασφάλειας της Ελλάδας μακροπρόθεσμα. Η νέα ενεργειακή οδός EASTMED που σχεδιάζεται για τη μεταφορά φυσικού αερίου από τα κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου, εφόσον πραγματοποιηθεί, θα μετατρέψει την Ελλάδα σε σημαντικό ενεργειακό κόμβο και θα τονώσει την οικονομία της χώρας, με επενδύσεις και νέες θέσεις εργασίας. Η αλλαγή ηγεσίας μετά τις τελευταίες αμερικανικές εκλογές, ενδεχομένως θα δημιουργήσει ένα πιο φιλικό περιβάλλον, ακόμα και στο πλαίσιο της συνεργασίας ΕΕ – ΗΠΑ και θα ελαττώσει μερικώς τον τουρκικό αναθεωρητισμό και επιθετικότητα. Τέλος, η πρόσφατη εξομάλυνση των σχέσεων του Ισραήλ με τις αραβικές χώρες, πιθανότατα θα οδηγήσει σε ένα περισσότερο σταθερό περιφερειακό περιβάλλον, στο οποίο η Ελλάδα μπορεί να επιτύχει μελλοντικά σημαντικές ενεργειακές συμφωνίες.

Απειλές – Threats

Ο τουρκικός αναθεωρητισμός και οι διεκδικήσεις έναντι των ελληνικών υδάτινων ζωνών, αποτελούν την κύρια απειλή στους ελληνικούς ενεργειακούς σχεδιασμούς. Τις ιστορικά δύσκολες ελληνοτουρκικές σχέσεις, έχει επιβαρύνει η υλοποίηση του σύγχρονου τουρκικού θεωρήματος περί «Γαλάζιας Πατρίδας». Το θεώρημα αυτό ενισχύεται συνεχώς από τη γειτονική χώρα και επιβεβαιώθηκε με το τουρκολιβυκό μνημόνιο της 27ης Νοεμβρίου 2019. Η Άγκυρα ενδεχομένως θα προσπαθήσει στο προσεχές μέλλον να συνάψει διμερείς συμφωνίες και με άλλες χώρες της περιοχής, όπως το Ισραήλ και η Αίγυπτος, ακόμα και αν αυτό φαίνεται δύσκολο την παρούσα περίοδο, κάτι που θα περιορίσει την ελληνική επιρροή. Τέλος, η πρόσφατη πανδημία και οι βραχυπρόθεσμες συνέπειες που θα ακολουθήσουν στον οικονομικό τομέα , εκτιμάται ότι θα εμποδίσουν σε σημαντικό βαθμό τους ελληνικούς σχεδιασμούς.

SWOTΑνάλυση της Κύπρου

Το όραμα του κυπριακού Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας είναι: «να καταστεί η Κύπρος πρωταγωνιστής και πρωτοπόρος σε θέματα ενέργειας στη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου και να συνεισφέρει στη βιώσιμη ανάπτυξη της οικονομίας και στην ευημερία του συνόλου των πολιτών της». Η Λευκωσία, με τις κατάλληλες συνεργασίες, όπως η πρόσφατη συμφωνία 3+1, μπορεί να εξασφαλίσει μακροπρόθεσμα σε σημαντικό βαθμό την ενεργειακή της ασφάλεια και να εδραιωθεί ως χώρα – πάροχος και κόμβος ενεργειακών μεταφορών.

Δυνάμεις – Strengths

Η κεντρική θέση της Κύπρου στο κέντρο της Ανατολικής Μεσογείου, την καθιστά ως χώρα – κλειδί για τους σχεδιασμούς των ενεργειακών οδών. Αν και η Κύπρος είναι μικρό κράτος με περιορισμένες δυνατότητες εξαγωγής και εκμετάλλευσης φυσικού αερίου, κάθε ενδιαφερόμενο μέρος στην περιοχή θα πρέπει να την συμπεριλάβει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και συμφωνιών για την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων της, είτε να συμπεριληφθεί ως κόμβος για τη μεταφορά φυσικού αερίου (αγωγοί, LNG) από άλλα γειτονικά κοιτάσματα (Ισραήλ, Αίγυπτος). Ο καθορισμός της ΑΟΖ με Ισραήλ και Αίγυπτο, επιτρέπουν στην Κύπρο να σχεδιάζει την ενεργειακή της πολιτική στα νότια. Η συμμετοχή της χώρας, ως μέλος, στους σχεδιασμούς της ΕΕ, είναι ένα σημαντικό πλεονέκτημα, καθότι συνδυάζονται τα ευρωπαίκα και τα εθνικά συμφέροντα από την εκμετάλλευση των νέων πόρων. Τέλος, η διατήρηση καλών διμερών σχέσεων με τις περισσότερες χώρες της Ανατολικής Μεσογείου και η στενή συνεργασία με την Ελλάδα, δημιουργούν ένα σταθερό περιβάλλον για την επίτευξη των ενεργειακών στόχων.

Αδυναμίες – Weaknesses

Η Κύπρος είναι μικρό κράτος με χαμηλόυς δείκτες σε οικονομία και στρατιωτική ισχύ. Η αδυναμία παραγωγής ενέργειας, όποιας μορφής, την τρέχουσα περίοδο, επιβάλεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, την εισαγωγή πετρελαίου στο 100%, ώστε να καλύψει τις βασικές ανάγκες της. Η εξωτερική ενδυνάμωση μέσω επίτευξης συμφωνιών με άλλες χώρες και πολυεθνικές εταιρίες, αποτελούν μονόδρομο για την Κύπρο, καθώς διαθέτει περιορισμένες δυνατότητες έρευνας, εξόρυξης και διανομής των υδρογονανθράκων. Ο διχασμός της κοινωνίας σχετικά με την εξεύρεση λύσης στο «κυπριακό ζήτημα» και η παραμονή επί πολλά χρόνια σε μια προβληματική κατάσταση, όπως παρουσιάζεται σήμερα, αποτελεί τροχοπέδη στην υιοθέτηση υψηλών στόχων και πολιτικών αποφάσεων.

Ευκαιρίες – Opportunities

Το περιβάλλον της Κύπρου την παρούσα περίοδο, δημουργεί ευκαιρίες για ανάδειξη της χώρας ως πυλώνα σταθερότητας και διαμεσολαβητή σε ζητήματα επίλυσης περιφερειακών διαφορών, καθώς διατηρεί καλές σχέσεις με όλα σχεδόν τα ενδιαφερόμενα μέρη στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Το ευρωπαϊκό, ρωσικό και αμερικανικό ενδιαφέρον, μπορεί να αξιοποιηθεί κατάλληλα, διατηρώντας παράλληλα την ελευθερία κινήσεων στις πολιτικές αποφάσεις. Άλλωστε, η Τουρκία δείχνει να χάνει την αξιοπιστία σε πολλούς παραδοσιακούς συμμάχους της, εξαιτίας της αναθεωρητικής της στάσης, γεγονός που μπορεί να εκμεταλλευθεί η Κύπρος για τη διεύρυνση των συμμαχιών και την επίτευξη ενεργειακών, οικονομικών και αμυντικών συμφωνιών.

Απειλές – Threats

Η επιθετικότητα της Άγκυρας και οι συχνές παραβιάσεις της κυπριακής ΑΟΖ, αποτελούν τη σημαντικότερη απειλή. Η ρητορική της «Γαλάζιας Πατρίδας» και οι παραβιάσεις της κυπριακής ΑΟΖ, δημιουργούν ένα ασταθές περιβάλλον για διευρύνση των ερευνών και εξορύξεων του φυσικού αερίου.στην περιοχή. Μια ενδεχόμενη κοινώς αποδεκτή λύση στο «κυπριακό ζήτημα», κρίνεται εξαιρετικά σημαντική, σχετικά με την εξομάλυνση των τουρκο – κυπριακών σχέσεων και τις γενικότερες ενεργειακές εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς η παρούσα κατάσταση επιτρέπει τη συνέχιση της τουρκικής επιθετικότητας, με πρόσχημα την προστασία των συμφερόντων των τουρκοκυπρίων. Επιπρόσθετα, η συνέχιση των ερευνών για ανακάλυψη νέων πηγών υδρογονανθράκων σε περιοχές που δεν έχει καθορισθεί ΑΟΖ, ανατολικά της Κύπρου, ενδεχομένως θα πυροδοτήσουν νέες αντιπαλότητες. Εάν ο Λίβανος και η Συρία δεν ανακαλύψουν κοιτάσματα φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο και διαπιστώσουν ότι όλα είναι σε ισραηλινά και κυπριακά ύδατα, ενδεχομένως να αναδειχθούν νέες αντιπαλότητες.

Συμπεράσματα – Προτάσεις

Η υπαρξιακή κρίση που παρουσιάζουν τα τελευταία χρόνια το ΝΑΤΟ και η ΕΕ, το κενό ισχύος από το μειωμένο ενδιαφέρον των ΗΠΑ και η συνεργασία με τη Ρωσία στον συριακό πόλεμο, επιτρέπουν στην Άγκυρα να επιλέγει ευκαιριακά συμμάχους, ανάλογα κάθε φορά με το μεσο – βραχυπρόθεσμο συμφέρον της. Ακολουθώντας μια εξωτερική πολιτική, πολλές φορές εκτός των ορίων του Διεθνούς Δικαίου, η Άγκυρα επιχειρεί να αναδιαμορφώσει τους κανόνες του «παιχνιδιού» και να διατηρήσει το ρόλο της ως κύριος προμηθευτής ενέργειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξαιτίας των αγωγών που μεταφέρουν πετρέλαιο και φυσικό αέριο από τα κοιτάσματτα της Μέσης Ανατολής.

Η αναβάθμιση της γεωπολιτικής θέσης του διπόλου Ελλάδα – Κύπρος, μέσα από το σχεδιασμό και την υλοποίηση μιας πολυδιάστατης ενεργειακής πολιτικής, κινούμενης στα πλαίσια του διεθνούς δικαίου, μπορεί να συμβάλλει καθοριστικά στην ανάδειξη των δύο χωρών σε πόλο σταθερότητας έναντι μιας ολοένα επιθετικότερης Τουρκίας. Η προσπάθεια αυτή θα πρέπει να συνδυαστεί με περισσότερες διεκδικήσεις στα πλαίσια της ΕΕ, του ΝΑΤΟ και του ΟΗΕ και με διμερείς συμφωνίες με οποιαδήποτε άλλη χώρα αντιλαμβάνεται την τουρκική απειλή και μπορεί να αποτελέσει αξιόπιστο σύμμαχο της Ελλάδας – Κύπρου, όπως την τρέχουσα περίοδο η Γαλλία, το Ισραήλ, η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία. Επιπρόσθετα, ακολουθώντας το επιτυχημένο παράδειγμα της Τουρκίας την τελευταία 10ετία, θα μπορούσε η Ελλάδα και η Κύπρος να ισορροπούν ανάμεσα στα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα των ΗΠΑ με την Κίνα και τη Ρωσία, για την αποκόμιση του μέγιστου εθνικού κέρδους.

Το Ισραήλ και η Αίγυπτος, την παρούσα περίοδο διατηρούν άσχημες διμερείς, με την Τουρκία, σχέσεις. Αυτό οφείλεται στο νεοοθωμανισμό και τον μεγαλοιδεατισμό του κόμματος ΑΚΡ και κυρίως του Ερντογάν. Σε περίπτωση που αλλάξει μεσοπρόθεσμα η πολιτική κατάσταση στην Τουρκία, πιθανότατα οι σχέσεις θα εξομαλυνθούν, καθως και οι δύο χώρες της Μέσης Ανατολής δεν έχουν σοβαρά προβλήματα με την τουρκική κοινωνία, ούτε ιστορική αντιπαλότητα και ιδανικά θα επιθυμούσαν την εξομάλυνση. Παράλληλα οι ελληνοτουρκικές σχέσεις πιθανότατα θα διατηρούνται στο σημερινό επίπεδο μακροπρόθεσμα, δυσκολεύοντας τον καθορισμό των θαλάσσιων ζωνών και οικονομικών αρμοδιοτήτων. Οπότε η Ελλάδα δε μπορεί να υιοθετήσει μια φιλόδοξη ενεργειακή πολιτική, καθώς θα βρίσκει μπροστά της εμπόδια από την Άγκυρα. Για τους παραπάνω λόγους, η παρούσα χρονική περίοδος θεωρείται ιδανική για την ενίσχυση της μεσογειακής στρατηγικής ενεργειακής συνεργασίας Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ – Αιγύπτου, η οποία παράλληλα θα συμβάλλει στη διατήρηση της σταθερότητας και ειρήνης στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Ιδιαίτερα η Ελλάδα, ως χώρα που διακυρήττει την προσήλωσή της στο διεθνές δίκαιο, θα πρέπει το συντομότερο να τακτοποιήσει τις εκκρεμμότητες με τις γειτονικές χώρες (Κύπρο, Λιβύη) και κυρίως με την Τουρκία, σχετικά με την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας τουλάχιστον και ιδανικά της ΑΟΖ, ώστε να προχωρήσει σε έρευνες και να μπορεί να συνάπτει συμφωνίες με άλλες χώρες, χωρίς εμπόδια, για τη δημιουργία ενεργειακών οδών και την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων. Επιπρόσθετα, πρέπει να αλλάξει άρδην η πολιτικοκοινωνική κουλτούρα της πλήρους εξάρτησης από τις ΗΠΑ και την ΕΕ, επιτρέποντας την εγχώρια οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη. Για να γίνει αυτό εφικτό, πρέπει να ακολουθήσει μια ενεργητική εξωτερική πολιτική, όχι μόνο στο στενό της περιβάλλον, ώστε να αντιλαμβάνεται τις ευκαιρίες και τις μεγάλες γεωπολιτικές εξελίξεις. Με αυτό τον τρόπο θα μπορεί να εξασφαλίσει το δυνατό περισσότερους συμμάχους, προσφέροντας ενδεχομένως ανταλλάγματα κατά περίπτωση, όπως για παράδειγμα εμπορικές και οικονομικές διευκολύνσεις, προνομιακά τουριστικά πακέτα και αμυντικές συμφωνίες και πλησιάζοντας κάθε χώρα, της οποίας τα συμφέροντα συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό με τα ελληνικά.

Επίλογος

Η Ευρασία ήταν ανέκαθεν μια ιδιαίτερη και δύσκολη περιοχή, ως σταυροδρόμι διαφορετικών ηπείρων και πολιτισμών. Εκτός από τη σημαντική γεωπολιτική και γεωοικονομική θέση στον παγκόσμιο χάρτη, η ιστορία της περιοχής βρίθει από πολέμους και διαμάχες που έχουν καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τις σχέσεις των χωρών της περιοχής. Ωστόσο, ανεξάρτητα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία της κάθε χώρας (θρησκεία, κουλτούρα, πολίτευμα) και τον ανταγωνισμό σύμφωνα με τη ρεαλιστική θεώρηση, παρατηρείται μια γενική τάση για συνεργασία σε ζητήματα κοινού συμφεροντος, όπως είναι τα ενεργειακά. Η Ελλάδα και η Κύπρος, αξιολογώντας το περιβάλλον τους και επιλέγοντας συμμάχους, πρέπει να θέσουν προσεκτικά τους στρατηγικούς στόχους και να ακολουθήσουν μια περισσότερο επιθετική και ουσιαστική εξωτερική πολιτική, στο πρότυπο μικρών αλλά ισχυρών κρατών, όπως αυτό του Ισραήλ, ώστε να επιτύχουν την ενεργειακή τους ασφάλεια.