Πολεμικό Ναυτικό: Τα συστήματα VLS στην αεράμυνα των νέων φρεγατών (Μέρος 1ο και 2ο)

Του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΖΗΚΙΔΗ
(Διδάκτωρος ΕΜΠ / Στρατιωτικού Διδακτικού Προσωπικού Σχολής Ικάρων)

αναδημοσιεύουμε από το defence-point.gr


Σε συνέχεια της πρόσφατης εξέτασης των ραντάρ για το πρόγραμμα των νέων φρεγατών του ΠΝ, θα επιχειρηθεί μία νέα προσέγγιση αναφορικά με τις δυνατότητες αεράμυνας των υποψήφιων πλοίων. Θα εξετασθούν τα προτεινόμενα συστήματα κάθετης εκτόξευσης πυραύλων (Vertical Launching System – VLS), όχι από την οπτική γωνία ενός ειδικού στα ναυτικά θέματα αλλά με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία από ανοικτές πηγές, λαμβάνοντας όμως υπόψη και την οικονομική παράμετρο.

Δεν θα ληφθούν υπόψη τα συστήματα αεράμυνας σημείου, καθώς σχεδόν όλες οι προτάσεις περιλαμβάνουν τα ίδια ή αντίστοιχα πυροβόλα και συστήματα εγγύς προστασίας, εν προκειμένω το σύστημα RAM (Rolling Airframe Missile) που περιλαμβάνει 21 πυραύλους RAM Block 2, κόστους άνω του 1 εκατ. $ έκαστος. Αυτά αποτελούν την τελευταία γραμμή άμυνας και θα πρέπει να θεωρούνται ως έσχατη λύση έναντι κύριων απειλών, όπως π.χ. επερχόμενοι πύραυλοι.

Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι το σύστημα RAM δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει απειλές με μικρό θερμικό ίχνος και χωρίς εκπομπή ραντάρ, καθώς οι πύραυλοί του διαθέτουν παθητικούς αισθητήρες στο φάσμα υπερύθρων και ραδιοσυχνοτήτων.

Έτσι, δεν μπορούν να ανιχνεύσουν π.χ. απλές ή κατευθυνόμενες βόμβες, ανεμοπορούντα όπλα (όπως το γνωστό AGM-154 JSOW στην έκδοση C-1 ή τα νεοαφιχθέντα τουρκικά Minyatür Bomba και Kuzgun, αμφότερα με εμβέλεια άνω των 100 km), ηλεκτροκίνητα επιθετικά Μη Επανδρωμένα Αεροχήματα (ενδεχομένως αυτοκτονικά), ρουκέτες κατευθύνσεως laser TRLG-230 (καθώς θα έχει ολοκληρωθεί η καύση των πυραυλοκινητήρων τους) ή μεγαλύτερους βαλλιστικούς πυραύλους εναντίον πλοίων (ASBM) με παθητική καθοδήγηση, οι οποίοι θα πρέπει να αναμένονται οσονούπω.

Ως εκ τούτου, διαπιστώνεται η απαίτηση αντιμετώπισης του Α/Φ – φορέα, ει δυνατόν πριν αυτό αφήσει τα όπλα του, καθώς μετά αυτά θα είναι δύσκολο να αντιμετωπιστούν. Έτσι, η προσέγγιση θα επικεντρωθεί στα κύρια συστήματα αεράμυνας, εξετάζοντας τους δύο διαθέσιμους εκτοξευτήρες, τον αμερικανικό ΜΚ 41 και τον γαλλικό SYLVER «SYstème de Lancement VERtical», καθώς και τα διαθέσιμα όπλα.

Εμπρόσθιο σετ από τέσσερις εκτοξευτήρες ΜΚ 41 στον πρωραίο χώρο του αντιτορπιλικού USS Laboon (DDG 58), με 29 διαθέσιμα κελιά (ο χώρος από τρία κελιά καταλαμβάνεται από ειδικό γερανό για την επαναφόρτωση των κελιών εν πλω, δυνατότητα η οποία καταργήθηκε σε μεταγενέστερα πλοία της κλάσης Arleigh Burke)

Ο Mark (ΜΚ) 41 αναπτύχθηκε στην δεκαετία του ‘70 από την FMC (μετέπειτα United Defense, πλέον BAE Systems) σε συνεργασία το US Navy και παρήχθη από την Martin Marietta (πλέον Lockheed Martin), με σκοπό την αντικατάσταση παλαιότερων εκτοξευτήρων, όπως ο ΜΚ 26, ο οποίος χρησιμοποιούσε έναν ή δύο βραχίονες, για εξαπόλυση πυραύλων υπό κλίση.

Το απόθεμα των πυραύλων ήταν εντός του σκάφους και ένας περίπλοκος περιστροφικός μηχανισμός τροφοδοτούσε τον ΜΚ 26, όποτε απαιτούταν. Κάθε ΜΚ 41 αποτελείται από 8 κάθετα κελιά, τοποθετημένα σε δύο τετράδες, με έναν κοινό αυλό εξαγωγής καυσαερίων ανάμεσά τους. Ο ΜΚ 41 είναι πολύ πιο αξιόπιστος σε σχέση με τα παλαιότερα συστήματα και μπορεί να αξιοποιήσει έναν μεγάλο αριθμό διαφορετικών πυραύλων, οι οποίοι βρίσκονται αποθηκευμένοι στα κάνιστρά τους, έτοιμοι για εκτόξευση.

Τα αμερικανικά καταδρομικά κλάσης Ticonderoga περιλαμβάνουν 16 ΜΚ 41, σε δύο σετ από 8 εκτοξευτήρες το καθένα, ένα στην πλώρη και ένα στην πρύμνη (σύνολο 128 διαθέσιμα κελιά). Τα αντιτορπιλικά Arleigh Burke διαθέτουν ένα σετ από 4 ΜΚ 41 στην πλώρη και 8 στην πρύμνη (συνολικά 96 κελιά).

Ο ΜΚ 41 αποτελεί σήμερα τον πιο κοινό εκτοξευτήρα και μπορεί να δεχθεί – μεταξύ άλλων – πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς Standard Missile 2 (SM-2, έως 170 km, εκτιμώμενου κόστους 5 εκατ. $ στην έκδοση Block IIIC, με ενεργό ραντάρ, η οποία αναμένεται να ξεκινήσει την παραγωγή χαμηλού ρυθμού για το USN), μεσαίου βεληνεκούς ESSM Block 2  (σε ειδικό τετραπλό κάνιστρο ΜΚ 25, όπου 4 ESSM μπορούν να τοποθετηθούν σε ένα κελί του ΜΚ 41, εμβέλειας έως 50 km και κόστους σχεδόν 2 εκατ. $), ανθυποβρυχιακούς VL-ASROC, καθώς και τους ευρωπαϊκούς CAMM-ER (επίσης με δυνατότητα 4 πυραύλων ανά κελί), αν και δεν έχουν πιστοποιηθεί ακόμα.

Υπάρχουν τρία διαφορετικά μεγέθη του ΜΚ 41 (“self-defense”, “tactical”, “strike”), ανάλογα με το μήκος των πυραύλων που πρόκειται να αξιοποιήσει. Ο ΜΚ 41 υπηρετεί ήδη στη γείτονα χώρα, στις αναβαθμισμένες φρεγάτες κλάσης Gabya (τέως Perry), καθώς και σε ορισμένες φρεγάτες κλάσης Barbaros. Οι πρόσφατες κυρώσεις των ΗΠΑ απέτρεψαν την πώληση επιπρόσθετων ΜΚ 41 για τις φρεγάτες κλάσης Istanbul, οδηγώντας την Τουρκία στην απόφαση να αναπτύξει δικό της εκτοξευτήρα.

Εκτόξευση πυραύλου RIM-162 Evolved Sea Sparrow Missile (ESSM) από έναν εκτοξευτήρα ΜΚ 41 φρεγάτας κλάσης Fridtjof Nansen του Νορβηγικού ναυτικού. Διακρίνεται καθαρά η ανοικτή καταπακτή, τόσο του συγκεκριμένου κελιού, όσο και του κοινού αυλού εξαγωγής, ανάμεσα από τις δύο τετράδες κελιών.

Ο εκτοξευτήρας Sylver αναπτύχθηκε πολύ αργότερα, από την DCNS (σήμερα Naval Group). Βασίζεται σε ανάλογη διαμόρφωση 8 κάθετων κελιών, σε δύο τετράδες, με τους αυλούς εξαγωγής ανάμεσά τους, παρουσιάζοντας γενικά μικρότερο βάρος και μέγεθος. Διατίθεται σε 4 εκδόσεις, εκ των οποίων ενδιαφέρουν κυρίως οι δύο μεγαλύτερες, Α-50 (“tactical”) και Α-70 (“deep strike”).

Το κύριο όπλο που αξιοποιεί ο Sylver είναι οι πύραυλοι Aster 15/30, μεσαίου/μεγάλου βεληνεκούς (εμβέλειας 30 km/120 km, αντίστοιχα). Λαμβάνοντας υπόψη την τιμαριθμική αναπροσαρμογή, το σημερινό κόστος του Aster 30 εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 4-5 εκατ. €, ενώ του Aster 15 στα 2,5-3 εκατ. €.

Επίσης, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο μεσαίου βεληνεκούς CAMM-ER (εμβέλειας 45 km αν και δεν έχει πιστοποιηθεί ακόμα, με εκτιμώμενο κόστος γύρω στο 1,5-2 εκατ. €), ο VL MICA NG (υπό ανάπτυξη, με εμβέλεια 40km και με εκτιμώμενο κόστος γύρω στα 1,5-2 εκατ. €), ο βραχέως βεληνεκούς Crotale Naval VT1-VL (εμβέλειας 15 km στην έκδοση Crotale Mk3 και εκτιμώμενου κόστους κάτω από 0,5 εκατ. €), καθώς και ο πύραυλος πλεύσης MDCN ή NCM (εμβελείας 1000 km ή 1400 km σύμφωνα με άλλες πηγές, με κόστος γύρω στα 3 εκατ. €). Όλες οι ανωτέρω εκτιμώμενες τιμές παρατίθενται ως χονδρικές εκτιμήσεις, λαμβάνοντας υπόψη παλαιότερες τιμές και τη σχετική αναπροσαρμογή.

Μία ουσιαστική διαφορά του Sylver σε σχέση με τον ΜΚ 41 είναι ότι δεν υπάρχει κοινός αυλός εξαγωγής καυσαερίων αλλά το κάθε κελί έχει την δική του εξαγωγή. Έτσι, μετά από κάθε βολή, ο εκτοξευτήρας μπορεί να βάλει εκ νέου σε ελάχιστο χρόνο. Πιο συγκεκριμένα, ο μέγιστος ρυθμός βολής είναι έως 6 πύραυλοι ανά δευτερόλεπτο, καθώς ο Sylver μπορεί να βάλει κάθε 0,15 sec, σύμφωνα με παλαιότερη επίσημη περιγραφή.

Για τον ΜΚ 41, δεν υπάρχει ανάλογη αναφορά για μέγιστο ρυθμό βολής, ενώ έχει αναφερθεί ότι απαιτείται κάποιος ελάχιστος χρόνος αποκατάστασης μετά από κάθε βολή, όπου η καταπακτή του αυλού εξαγωγής παραμένει ανοικτή για τον εξαερισμό του και την αποφυγή υπερθέρμανσης. Σημειώνεται ότι σε κάθε βολή το σύστημα διαχείρισης αερίων του ΜΚ 41 εκτίθεται σε θερμοκρασία άνω των 5000°F (2760 °C), έστω και για χρόνο μικρότερο από 1 sec.

Σε μία παλαιότερη περιγραφή (σελ. 7-48), αναφέρεται ότι “μετά από καθυστέρηση 10 sec, ώστε να επιτραπεί ο καθαρισμός των κελιών από τα καυσαέρια, η καταπακτή κλείνει αυτόματα”. Άλλωστε, μία σημαντική βελτίωση που προβάλλεται για τον επόμενο εκτοξευτήρα, τον ΜΚ 57 των αντιτορπιλικών κλάσης Zumwalt, είναι ότι περιλαμβάνει ένα καινοτόμο σύστημα διαχείρισης αερίων, επιτρέποντας έως και 45% μεγαλύτερη ροή.

Προφανώς, σε ένα πλοίο με 12 ή 16 ΜΚ 41, κάτι τέτοιο δεν έχει σημασία, καθώς μπορεί να εξαπολυθούν πολλοί πύραυλοι σχεδόν ταυτόχρονα από διαφορετικούς εκτοξευτήρες, διατηρώντας ρυθμό ενός πυραύλου ανά sec ή περισσότερο. Τα πράγματα όμως είναι εντελώς διαφορετικά όταν έχουμε έναν ή δύο ΜΚ 41. Στην περίπτωση αυτή, οποιαδήποτε καθυστέρηση μεταξύ των βολών ενδέχεται να είναι κρίσιμη σε μία επίθεση κορεσμού.

Έστω λοιπόν ότι έχουμε δύο ΜΚ41. Εάν π.χ. απαιτείται χρόνος αποκατάστασης 5 sec μεταξύ των βολών, αυτό σημαίνει ότι ο μέσος ρυθμός βολής είναι ένας πύραυλος ανά 2,5 sec. Αυτός ο ρυθμός ίσως είναι χαμηλός σε κάποιες περιπτώσεις και δεν επιτρέπει την αξιοποίηση του αποθέματος, ακόμα κι αν αυτό περιλαμβάνει 64 ESSM.

Έτσι, έστω π.χ. ότι έχουμε μία ταυτόχρονη επίθεση μερικών πυραύλων εναντίον πλοίων Atmaca, οι οποίοι γίνονται αντιληπτοί ως στόχοι στο ραντάρ π.χ. 90 sec πριν την πρόσκρουση, σε συνδυασμό με πλήθος από όπλα ανεμοπορίας, ίσως και κάποια Μη Επανδρωμένα Αεροχήματα ως δολώματα (decoy). Λαμβάνοντας υπόψη έναν φυσιολογικό χρόνο αντίδρασης, καθώς και τον απαιτούμενο χρόνο για την αναγνώριση κάθε στόχου και της επιλογής του βέλτιστου τρόπου αντιμετώπισης, το “παράθυρο” αντίδρασης έχει πέσει κάτω από 60 sec.

Εδώ, ο εν λόγω περιορισμός του ρυθμού βολής ίσως αποβεί κρίσιμος, καθώς δεν θα επιτρέψει την εξαπόλυση ικανού αριθμού πυραύλων στο ελάχιστο διαθέσιμο διάστημα ώστε να αναχαιτισθούν αποτελεσματικά όλοι οι στόχοι, ιδίως εάν απαιτείται η εξαπόλυση 2 πυραύλων ανά στόχο.

Στιγμιότυπο από βίντεο για την προώθηση των φρεγατών FDI/Belh@rra της Naval Group, όπου διακρίνεται η ταχεία εκτόξευση 4 πυραύλων (https://youtu.be/Vgo7T2fLFbA). Αν και ένα τέτοιο βίντεο δεν αποτελεί αξιόπιστη αναφορά, επιβεβαιώνει την προδιαγραφή σχετικά με τη δυνατότητα ταχείας βολής του εκτοξευτήρα Sylver

Η FDI προτείνεται με 4 Sylver και μπορεί να αξιοποιήσει συνολικά 32 πυραύλους, συνδυάζοντας Aster 30, Aster 15 ή VL Mica NG και ενδεχομένως πυραύλους πλεύσης MdCN (εάν περιλαμβάνονται και εκτοξευτήρες τύπου A-70). Αποτελεί την πιο ώριμη πρόταση, καθώς το θέμα των γαλλικών φρεγατών συζητείται πάνω από μία δεκαετία.

Τα πλεονεκτήματα των εν λόγω όπλων είναι προφανή για τους γνωρίζοντες, αν και απαιτείται ειδικό κεφάλαιο για την περιγραφή τους. Επιγραμματικά αναφέρεται ότι ο Aster 30, πέραν της εμβέλειας των 120 km, καλύπτει σε ύψος έως 20 km (65600 ft), διαθέτοντας πολύ υψηλή ταχύτητα (4,5 Mach) και ευελιξία (60 G). Όπως αναφέρθηκε, όλα μπορούν να βληθούν σε ελάχιστο χρόνο εάν απαιτηθεί, για αντιμετώπιση επίθεσης κορεσμού.

Επιπρόσθετα, σημειώνεται ότι όλα τα όπλα είναι διαθέσιμα από την γαλλική πλευρά, συμπεριλαμβανομένου του MDCN/NCM, καθώς περιλαμβάνει πολεμική κεφαλή 300 kgr (μικρότερη από την αντίστοιχη του αεροπορικού SCALP EG) και ως εκ τούτου εκτιμάται ότι δεν εμπίπτει στις διατάξεις της άτυπης συμφωνίας MTCR (Missile Technology Control Regime), με σκοπό τον περιορισμό της διάδοσης όπλων που είναι “ικανά  να μεταφέρουν  ωφέλιμο  φορτίο  τουλάχιστον  500  Kg  σε  απόσταση  τουλάχιστον  300  Km”.

Με δεδομένη την αδυναμία του συστήματος εγγύς προστασίας RAM να αντιμετωπίσει αρκετές από τις αναμενόμενες απειλές, όπως οι κατευθυνόμενες βόμβες και τα όπλα ανεμοπορίας, τα οποία αναπτύσσει πυρετωδώς η γείτων, κρίνεται σκόπιμη η εξέταση δυνατότητας αξιοποίησης ενός αριθμού πυραύλων βραχέως βεληνεκούς Crotale Naval VT1-VL, οι οποίοι καθοδηγούνται από το ραντάρ του συστήματος και μπορούν να εμπλέξουν οποιονδήποτε στόχο, ανεξαρτήτως του θερμικού του ίχνους ή των η/μ εκπομπών του.

Σημειώνεται ότι ο VT1 διαθέτει μεγαλύτερη ταχύτητα και πολεμική κεφαλή σε σχέση με τον RAM Block 2, καθώς και μεγαλύτερη εμβέλεια (Crotale Mk3), όπως προκύπτει από δημοσίευμα των συμμάχων μας, ενώ παρουσιάζει χαμηλότερη τιμή.

Δεδομένου ότι μπορεί να αξιοποιηθεί στον Sylver Α-50 και μάλιστα σε τετράδες, εκτιμάται ότι θα πρέπει να εξεταστεί η δυνατότητα τοποθέτησης μερικών τετράδων Crotale VT1-VL, το οποίο εκτιμάται ότι μπορεί να συνεργαστεί με το ραντάρ ελέγχου πυρός STIR 1.2 EO Mk2.

Ενδεικτικά προτείνεται η ακόλουθη διαμόρφωση: 8 Aster 30, 8 MICA EM, 8 MICA IR και 8 × 4 Crotale VT1-VL, για σύνολο 56 πυραύλων. Η ιδανική λύση βέβαια θα ήταν η πρόσθεση ακόμα δύο εκτοξευτήρων Sylver Α-35, οι οποίοι έχουν από 4 κελιά (αντί για 8) και καταλαμβάνουν ελάχιστη επιφάνεια 3 m², για συνολικά 32 Crotale VT1-VL (2 × 4 × 4). Με τον τρόπο αυτό, το φορτίο θα μπορούσε να είναι 16 Aster 30, 8 MICA EM, 8 MICA IR και 32 Crotale VT1-VL, για σύνολο 64 πυραύλων και πλήρη πολυστρωματική άμυνα.

Απεικόνιση της εμβέλειας των πυραύλων MICA (όχι NG), Aster 15, CAMM-ER, Aster 30 και MDCN/NCM (https://www.navalanalyses.com/2021/03/infographics-47-naval-groups-sylver.html). Η εμβέλεια του MICA NG είναι διπλάσια από αυτήν του MICA και αναμένεται να είναι λίγο μικρότερη από την εμβέλεια του CAMM-ER. Όμως, για τον CAMM-ER τίθεται θέμα για την κάλυψή του ως προς το ύψος, καθώς ορισμένες αναφορές αναφέρουν οροφή στα 10 km (32800 ft), δηλαδή σαφώς χαμηλότερη από αυτήν του Aster 15.

HF2 βασισμένη στο LCS/MMSC της Lockheed Martin
Συνεχίζοντας με την δεύτερη πρόταση που έχει υποβληθεί, την HF2 που βασίζεται στο LCS/MMSC της Lockheed Martin, αυτή περιλαμβάνει έναν ΜΚ 41 συν 3 εκτοξευτήρες ενός μοναδικού κελιού (Single Cell Launcher), οι οποίοι βασίζονται στην τεχνολογία του ΜΚ 41, για ένα σύνολο 11 κελιών.

Αν και αρχικά αναφερόταν ότι θα περιλαμβάνει ESSM Block 2, πιο πρόσφατες πληροφορίες αναφέρουν 8 × 4 μεσαίου βεληνεκούς CAMM-ER και 3 VL-ASROC στους μοναδιαίους εκτοξευτήρες. Ένα σημαντικό πλεονέκτημα των CAMM/-ER είναι η ψυχρή εκτόξευση: ο πύραυλος εκτοξεύεται με πεπιεσμένο αέριο από τον εκτοξευτήρα και ο πυραυλοκινητήρας του αναλαμβάνει όταν βρίσκεται σε ένα ύψος ασφαλείας και αφού έχει στραφεί προς την κατεύθυνση του στόχου. Έτσι, δεν υπάρχει περιορισμός ως προς τον ρυθμό εκτόξευσης του εκτοξευτήρα και μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μία επίθεση κορεσμού.

Όμως, η αδυναμία αξιοποίησης ενός πυραύλου μεγάλου βεληνεκούς, όπως π.χ. ο SM-2, αποτελεί σοβαρότατο περιορισμό, καταδικάζοντας το πλοίο σε έναν περιορισμένο, αμυντικό ρόλο, να προσπαθεί να αποκρούσει εισερχόμενες απειλές, χωρίς να μπορεί να ασκήσει αποτρεπτικό ρόλο ή άμυνα περιοχής.

Μάλιστα, λαμβάνοντας υπόψη την τυπική κάλυψη τύπου ομπρέλας ενός πυραύλου επιφανείας-αέρος με εμβέλεια της τάξης των 45 km, αυτό σημαίνει ότι ένα εχθρικό μαχητικό σε μέσο ύψος μπορεί να πλησιάσει απειλητικά ακόμα και στα 30 km, γνωρίζοντας ότι δεν κινδυνεύει. Ακόμα χειρότερα, θα μπορεί να κάνει ακίνδυνα υπέρπτηση σε μεγάλο ύψος (>35000 ft), χωρίς να μπορεί το πλοίο να αντιδράσει, καθώς η οροφή του CAMM-ER περιορίζεται στα 10 km (~32800 ft).

Με άλλα λόγια, η επιβίωση ενός τέτοιου πλοίου εξαρτάται από την κάλυψη της ΠΑ. Εάν για οποιοδήποτε λόγο η ΠΑ δεν μπορεί να διασφαλίσει την απαιτούμενη προστασία, τότε το πλοίο είναι έρμαιο των επιθέσεων, κορεσμού ή μη, καθώς π.χ. ένα ζεύγος εχθρικών F-16 με Sniper θα μπορούν να κάνουν σκοποβολή από μεγάλο ύψος με διάφορα όπλα, αναγκάζοντας την HF2 να σπαταλήσει πολύτιμους CAMM-ER για να αναχαιτίσει στόχους υποπολλαπλάσιας αξίας, μέχρι να τελειώσει το απόθεμα… Επομένως, ένα τέτοιο πλοίο δεν μπορεί να επιχειρήσει σε καμία περίπτωση στην ανατολική Μεσόγειο και στην Κύπρο, γενικότερα πέραν του Αιγαίου και της προστασίας της ΠΑ.

Απεικόνιση της εμβέλειας των πυραύλων ESSM Block 1/2 και SM-2 Block III/IIIA/IIIB (https://twitter.com/Aylont1/status/1368280832553742336)

Η ολλανδική SIGMA 11515 HN της Damen
Η τρίτη πρόταση που έχει υποβληθεί είναι η ολλανδική SIGMA 11515 HN της Damen, με 2 ΜΚ 41 της έκδοσης «Strike Length» που μπορούν να φιλοξενήσουν πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς SM-2, μεσαίου βεληνεκούς  ESSM Block 1 ή 2 (σε τετραπλό κάνιστρο σε κάθε κελί) ή ανθυποβρυχιακές ρουκέτες κατακόρυφης εκτόξευσης VL-ASROC, ενώ υπάρχει option για άλλους 2 ΜΚ 41.

Κατ’ αρχάς, δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη η αποδέσμευση των πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς SM-2 (και μάλιστα των εξελιγμένων εκδόσεων Block IIIB ή IIIC). Εκτιμάται ότι θα πρέπει να υποβληθεί (εάν δεν έχει γίνει ήδη) LOR for P&A (Letter Of Request for Price and Availability) προς τις αρμόδιες αμερικανικές αρχές για την ενδεχόμενη προμήθεια πυραύλων SM-2 Block IIIB και IIIC.

Σε περίπτωση που δεν ληφθεί θετική απάντηση γραπτώς, ισχύει η ίδια παρατήρηση ως ανωτέρω. Βέβαια, καθώς ο ESSM είναι μεγαλύτερος και ταχύτερος πύραυλος από τον CAMM-ER, προσφέρει λίγο μεγαλύτερη επιχειρησιακή οροφή, η οποία εκτιμάται ότι ανέρχεται σε 11 km (36000 ft), χωρίς όμως και πάλι να “σφραγίζεται” ο χώρος καθ’ ύψος.

Μάλιστα, για τους ESSM ισχύει και ο περιορισμός του μέγιστου ρυθμού βολής του ΜΚ 41, όπως αναλύθηκε ανωτέρω. Ως εκ τούτου, ακόμα κι αν υπάρχουν 64 ESSM, υπάρχουν περιορισμοί στην απόκριση εναντίον μίας επίθεσης κορεσμού. Προφανώς, σε περίπτωση τοποθέτησης 2 επιπλέον εκτοξευτήρων, το πρόβλημα αμβλύνεται, με σημαντική όμως αύξηση του κόστους.

Στο πλαίσιο αυτό, μία λύση θα ήταν ενδεχομένως η αντικατάσταση μερικών ESSM από ισάριθμους CAMM-ER, οι οποίο λόγω ψυχρής εκτόξευσης αντιμετωπίζουν πολύ μικρότερους περιορισμούς ως προς το μέγιστο ρυθμό βολής. Ένας συνδυασμός SM-2 Block IIIC, ESSM Block-2 και CAMM/CAMM-ER καλύπτει σε ικανοποιητικό βαθμό τις απαιτήσεις άσκησης αποτροπής και πολυστρωματικής άμυνας.

Η βρετανική Arrowhead 140 της Babcock
Η επόμενη πρόταση ήταν η βρετανική Arrowhead 140 της Babcock, η οποία προσφέρεται με 4 ΜΚ 41 και οποιονδήποτε συνδυασμό όπλων επιθυμεί το ΠΝ. Κατ’ άλλες πηγές, προσφέρεται με 2 ΜΚ 41 και ο προτεινόμενος φόρτος είναι 32 CAMM και 32 CAMM-ER.

Σε κάθε περίπτωση, ισχύει η απαίτηση ύπαρξης όπλων μεγάλου βεληνεκούς. Η ύπαρξη 4 ΜΚ 41 διασφαλίζει έναν υψηλό ρυθμό βολής, αν και η ύπαρξη μερικών CAMM/CAMM-ER θα επιτρέψει ακόμα καλύτερη απόκριση σε μια επίθεση κορεσμού.

Οι ιταλικές FREMM κλάσης Bergamini
Η ιταλική πρόταση βασίζεται στο γαλλο-ιταλικό ναυπηγικό πρόγραμμα FREMM και πιο συγκεκριμένα στην κλάση Bergamini του ιταλικού Ναυτικού. Προσφέρεται με 2 Sylver A-50, με δυνατότητα αξιοποίησης Aster 15/30, ενώ υπάρχει option για ακόμα 2 Sylver, τύπου A-70.

Η παρατήρηση είναι προφανής: οι 2 Sylver επιτρέπουν πολύ λίγους κύριους πυραύλους. Ακόμα χειρότερα, είναι το μόνο πλοίο που δεν προσφέρεται με σύστημα RAM, το οποίο θα μπορούσε να αυξήσει το πυραυλικό δυναμικό, έστω και με τους περιορισμούς του. Επομένως, η άσκηση του option για άλλους δύο Sylver κρίνεται απαραίτητη, ενώ ισχύουν και οι προτάσεις για αξιοποίηση Crotale VT1-VL, ιδίως η πρόταση για εξέταση πρόσθεσης δύο επιπρόσθετων Sylver A-35, ειδικά λόγω έλλειψης RAM.

Τέλος, η γερμανική πρόταση και ειδικά η ΜΕΚΟ Α-200 φαίνεται ότι βασίζεται σε ένα γενικό σχέδιο της Thyssenkrupp Marine Systems και μπορεί να υλοποιήσει διαφορετικές προσεγγίσεις, αναλόγως τι θέλει ο πελάτης. Έτσι, στην κλάση Erradii του αλγερινού Ναυτικού, υπάρχουν 32 κελιά ενός α/α πυραύλου της Denel Dynamics. Άλλες πηγές αναφέρουν ως πιθανή μία διαμόρφωση 32 ESSM συν RAM.

Είναι προφανές ότι μία τέτοια διαμόρφωση θα ήταν η ασθενέστερη μεταξύ όλων των υποψηφίων φρεγατών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι είχε παρουσιαστεί και μία άλλη πρόταση, η Α-300, η οποία είναι μία μεγαλύτερη Α-200, με βασική διαμόρφωση 64 κελιών.

Βεβαίως, μία τέτοια διαμόρφωση με έναν συνδυασμό SM-2, ESSM και CAMM θα κάλυπτε πλήρως τις απαιτήσεις και θα αποτελούσε μία πολύ ικανή πρόταση. Όμως, φαίνεται ότι η εν λόγω διαμόρφωση δεν είναι έτοιμη και έτσι μάλλον δεν συζητείται πλέον.

Συμπερασματικά, το σύγχρονο ναυτικό περιβάλλον, καθώς και οι απειλές που αναμένονται να κάνουν την εμφάνισή τους στο προσεχές μέλλον, απαιτούν την ύπαρξη αξιόπιστων όπλων μεγάλου βεληνεκούς, τα οποία θα απειλούν τον αντίπαλο από μεγάλες αποστάσεις και δεν θα του επιτρέπουν να πλησιάσει και να αφήσει τα όπλα του, ενώ θα πρέπει να έχουν και αντιβαλλιστικές δυνατότητες.

Ειδικότερα, ο συνδυασμός όπλων ανεμοπορίας, επιθετικών Μη Επανδρωμένων Αεροχημάτων / περιφερόμενων πυρομαχικών, καθώς και των “παραδοσιακών” απειλών, όπως οι πύραυλοι εναντίον στόχων επιφανείας, επιβάλλουν την αυξημένη ικανότητα αντιμετώπισης επιθέσεων κορεσμού.

Στο πλαίσιο αυτό, η επιλογή των νέων φρεγατών του ΠΝ, οι οποίες θα έρθουν το νωρίτερο το 2025 και θα υπηρετήσουν τουλάχιστον για 30-40 χρόνια, θα πρέπει να γίνει με γνώμονα τις σύγχρονες απειλές και το ναυτικό περιβάλλον όπως αυτό αναμένεται να διαμορφωθεί στα επόμενα χρόνια, και όχι με βάση τα δεδομένα παλαιοτέρων δεκαετιών.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Όλα τα ανωτέρω (και στα δυο μέρη του άρθρου) αποτελούν προσωπικές απόψεις και εκτιμήσεις του γράφοντος και δεν εκφράζουν οπωσδήποτε ή δεσμεύουν την Σχολή Ικάρων ή την Πολεμική Αεροπορία.