Ο Πόλεμος που Μπορούσε να Κερδηθεί

Τα Λάθη της Ανώτατης Διεύθυνσης των Επιχειρήσεων του Μαρτίου 1921 για την Κατάληψη του Εσκή Σεχήρ, Αφιόν Καραχισάρ [1]

Άρθρο του Ταξίαρχου ε.α. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΛΟΥΜΙΩΤΗ δημοσιευθέν στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ  της 14ης – 15ης Αυγούστου 2021 [2].

Αναδημοσιεύουμε από το belisarius21.wordpress.com

Το αποτέλεσμα των πολέμων και των πολεμικών επιχειρήσεων κρίνεται πάντοτε στο στρατηγικό και επιχειρησιακό επίπεδο

Την 1η Νοεμβρίου 1920 διεξήχθησαν βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα οι οποίες έφεραν στην εξουσία την αντιβενιζελική βασιλική παράταξη που ψυχικά ήταν ταγμένη εναντίον της πολιτικής Βενιζέλου.[3] Ισχυρός άνδρας της νέας κυβέρνησης ήταν ο Δ. Γούναρης που ανέλαβε το Υπουργείο Στρατιωτικών. Ο Γούναρης όπως θα φανεί στη συνέχεια δεν αντιλαμβανόταν τη βαρύνουσα σημασία  της στρατιωτικής ισχύος στην επίλυση του Μικρασιατικού ζητήματος.

Η πρώτη και σημαντικότερη απόφαση της νέας κυβέρνησης ήταν η ανάθεση της διοίκησης της Στρατιάς Μικράς Ασίας (στη συνέχεια Στρατιά) στον μέχρι τότε εγκάθειρκτο στις φυλακές Αβέρωφ για αντιστρατιωτικές ενέργειες Αντιστράτηγο Α. Παπούλα. Ο Παπούλας στερούταν στρατιωτικής μόρφωσης και επιτελικής κατάρτισης, δεν κατανοούσε τα επιχειρησιακά ζητήματα και αδυνατούσε να λάβει απόφαση επ’ αυτών. Αποφάσεις λάμβανε αντ’ αυτού ο ορισθείς από την κυβέρνηση ως επιτελάρχης της Στρατιάς Συνταγματάρχης Κ. Πάλης, απόφοιτος της Ακαδημίας Πολέμου του Βερολίνου. Κατόπιν τούτων δημιουργήθηκε ένα άτυπο δίπολο στο οποίο ο μεν Παπούλας ήταν υπεύθυνος για τα διοικητικά ζητήματα ο δε επιτελάρχης του για τα επιχειρησιακά. Τούτο έβλαψε πολλαπλώς την εκστρατεία.

Κατά τη δίμηνη προεκλογική περίοδο και αυτή των εορταστικών επινικίων που ακολούθησε τις εκλογές επικράτησε σχετική ηρεμία στο Μικρασιατικό μέτωπο, πράγμα που πρόσφερε στον Κεμάλ πολύτιμο χρόνο για την οργάνωση του Τουρκικού εθνικού στρατού. Κατά την επιθετική αναγνώριση που εκτέλεσε η Στρατιά στα τέλη Δεκεμβρίου προς το Εσκή Σεχήρ διαπιστώθηκε ότι ο Τουρκικός στρατός ήταν μία κανονικά συγκροτημένη και αξιόμαχη δύναμη, πλην όμως το μέγεθος του παρέμενε ακόμη περιορισμένο. Οι δέκα Μεραρχίες που παρέτασσε έναντι του Ελληνικού μετώπου διέθεταν δύο έως τρεις χιλιάδες άνδρες, 4-6 πυροβόλα και 24 πολυβόλα. Επομένως Τουρκικός στρατός με την πραγματική σημασία της λέξης δεν υπήρχε στις αρχές του 1921.

Από την άλλη πλευρά η Στρατιά Μικράς Ασίας διέθετε 4.370 αξιωματικούς, 116.500 οπλίτες, οκτώ Μεραρχίες, μία Ταξιαρχία Ιππικού, 85 Τάγματα Πεζικού, 260 πυροβόλα και 636 πολυβόλα. Προφανώς ήταν πολύ ισχυρότερη του Τουρκικού στρατού. Υπήρχαν όμως και σοβαρά προβλήματα: α) Η μάχιμη δύναμη των Μεραρχιών υπολειπόταν σημαντικά της προβλεπόμενης από τους πίνακες συνθέσεως.[4] β) Η Στρατιά μπορούσε να διαθέσει για την εκτέλεση νέων ευρέων επιχειρήσεων πέντε μόνο Μεραρχίες. Επομένως για την εκτέλεση νέων επιχειρήσεων επιβαλλόταν να ενισχυθεί η μάχιμη δύναμη των Μεραρχιών και να συγκροτηθούν νέα Συντάγματα Μετόπισθεν για να αναλάβουν τις αποστολές κάλυψης και ασφάλειας, ώστε και οι οκτώ Μεραρχίες να διατεθούν στις επιχειρήσεις.[5]

Η Διάσκεψη του Λονδίνου           

Στις αρχές του 1921 οι σύμμαχοι της ΑΝΤΑΝΤ αποφάσισαν να συνέλθει στο Λονδίνο, στις 9  Φεβρουαρίου, διάσκεψη με σκοπό την επίλυση του Μικρασιατικού ζητήματος. Στη διάσκεψη προσκλήθηκε και το Κεμαλικό κράτος και επομένως αυτό αναγνωρίστηκε εμμέσως ως κρατική οντότητα. Στην κυβέρνηση επικράτησε η σκέψη για την εκτέλεση από τη Στρατιά μίας επιχείρησης πριν την έναρξη της διάσκεψης προκειμένου να καταδειχθεί στους συμμάχους η ισχύς του Ελληνικού Στρατού. Ασφαλώς οι πολεμικές επιχειρήσεις δεν διεξάγονται για εντυπωσιασμό φίλων και αντιπάλων αλλά για την επίτευξη σκοπών που θα προσφέρουν σημαντικά πολιτικά και στρατιωτικά πλεονεκτήματα.    

Ο Αρχηγός της Επιτελικής Υπηρεσίας Στρατού (ΕΥΣ), Υποστράτηγος Κ. Γουβέλης, εισηγήθηκε στο Γούναρη την άμεση επιστράτευση τεσσάρων κλάσεων εφέδρων, τον εφοδιασμό της Στρατιάς με τα αναγκαία μέσα και την έναρξη επιχειρήσεων στις αρχές Μαρτίου με σκοπό τη συντριβή του Τουρκικού στρατού. Ο Γούναρης δεν αποδέχθηκε τις προτάσεις του Αρχηγού της ΕΥΣ.    

Επίσης και η Στρατιά δια του επιτελάρχη της μελέτησε την εκτέλεση μίας επιχείρησης για την κατάληψη του Εσκή Σεχήρ και του Αφιόν Καραχισάρ και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι προϋποθέσεις επιτυχούς εκτέλεσής της ήταν να ενισχυθεί η Στρατιά δια τριάντα χιλιάδων ανδρών και να εκτελεστεί την άνοιξη. Ο Παπούλας έστειλε τον Πάλη στην Αθήνα για να ζητήσει τις ενισχύσεις.     

Ο Γούναρης στον οποίο παρουσιάστηκε ο Πάλης αρνήθηκε να διαθέσει τη ζητούμενη ενίσχυση. Ο Γούναρης ενημέρωσε τον Πάλη επί των σκέψεων της Κυβέρνησης για την εκτέλεση της προαναφερθείσας επιχείρησης, ο δε Πάλης χωρίς να διαβουλευθεί με τον Παπούλα του πρότεινε την εκτέλεση της επιχείρησης για την κατάληψη του Εσκή Σεχήρ και του Αφιόν Καραχισάρ. Είναι προφανές ότι ο Γούναρης δεν αντιλαμβανόταν ότι για να επιτύχει η επιχείρηση που ζητούσε επιβαλλόταν να υπάρχουν οι αναγκαίες και ικανές δυνάμεις που θα την εκτελέσουν, ο δε Πάλης για να ικανοποιήσει τον Γούναρη παραιτήθηκε των προϋποθέσεων που ο ίδιος είχε θέσει για την επιτυχή εκτέλεση της επιχείρησης που του πρότεινε.         

Την επομένη 17η Ιανουαρίου ο Παπούλας ανέφερε στον Υπουργό Στρατιωτικών ότι η Στρατιά θα εκτελούσε την επιχείρηση με τις δυνάμεις που διέθετε. Η ανακολουθία του Παπούλα, όπως και του Πάλη, είναι προφανής. Επίσης ο Παπούλας ανέφερε ότι σε πρώτο χρόνο θα καταλάμβανε ταυτόχρονα με το Εσκή Σεχήρ και την Κιουτάχεια και στη συνέχεια όταν θα το επέτρεπε ο ανεφοδιασμός το Αφιόν Καραχισάρ.[6] Με την εν λόγω αναφορά ο Παπούλας περιέγραφε τη γενική ιδέα ενεργείας της επιχείρησης. Σύμφωνα με αυτή θα συνέκλιναν προς το Εσκή Σεχήρ οι επιθέσεις του Γ΄ Σώματος Στρατού που θα εξορμούσε από την Προύσα και του Α΄ Σώματος Στρατού που θα ενεργούσε από το Ουσάκ προς την Κιουτάχεια και θα απειλούσε τα πλευρά και τα νώτα των Τουρκικών δυνάμεων που θα αμύνονταν κατά του Γ΄ Σώματος Στρατού. Προς το σκοπό αυτό εκδόθηκαν οι αναγκαίες διαταγές και άρχισε η μετακίνηση των δυνάμεων επιθέσεως προς τους χώρους εξορμήσεως. Η σύλληψη αυτού του άριστου σχεδίου που η εκτέλεσή του ήταν δυνατή από τις διατιθέμενες δυνάμεις ανήκε στον Υπαρχηγό του επιτελείου της Στρατιάς Συνταγματάρχη Πτ. Σαρρηγιάννη.     

Ο Παπούλας στην ίδια αναφορά ζητούσε να του διατεθούν 3.600 άνδρες και 200 χωροφύλακες, έναντι των αρχικώς 30.000 αιτηθέντων. Η απάντηση του Γούναρη ήταν ηχηρή: «Ενίσχυσις δι’ ανδρών αδύνατος, πιθανώς αποσταλώσι κατά μέγιστον εκατόν χωροφύλακες». Ο Γούναρης δεν ήταν διατεθειμένος να μεταφέρει στη Μικρά Ασία ούτε ένα άνδρα από τους 3.970 Αξιωματικούς και 79.800 Οπλίτες που υπηρετούσαν στην κυρίως Ελλάδα και την Ανατολική Θράκη. Ο σύμβουλος του Γούναρη Υποστράτηγος Ξ. Στρατηγός αναφέρει ότι «κατά τις επιχειρήσεις του Μαρτίου οι Λόχοι Πεζικού δεν ηδυνήθησαν να παρατάξωσι πλέον των 80 τυφεκίων (έναντι των 200 προβλεπομένων). Εν τούτοις η Σμύρνη και αι Αθήναι έβριθον απεσπασμένων ανδρών εις όλα τα Υπουργεία και όλας τας Κρατικάς και μη Κρατικάς υπηρεσίας και επιχειρήσεις».   

Στη συνέχεια ο Σαρηγιάννης αποσπάστηκε στο Λονδίνο ως στρατιωτικός σύμβουλος της Ελληνικής αντιπροσωπείας, η δε εκτέλεση της επιχείρησης μεταφέρθηκε για αργότερα. Ο Πάλης στις 20 Φεβρουαρίου, κατόπιν εξωθεσμικής παρέμβασης του Αρχηγού της ΕΥΣ, τροποποίησε το σχέδιο του Σαρηγιάννη. Ο Παπούλας ενέκρινε το νέο σχέδιο χωρίς να αντιληφθεί της επελθούσες κρίσιμες τροποποιήσεις στο «σχέδιο Σαρηγιάννη». Σύμφωνα με αυτό η Στρατιά θα επιτίθετο ταυτόχρονα για την κατάληψη του Εσκή Σεχήρ και του Αφιόν Καραχισάρ. Θα εκτελούνταν δηλαδή δύο παράλληλες επιθέσεις για την κατάληψη δύο απομεμακρυσμένων μεταξύ τους αντικειμενικών σκοπών. Είναι προφανές ότι η δευτερεύουσα επίθεση προς το Αφιόν δεν μπορούσε, λόγω αποστάσεως, να υποστηρίξει την κυρία επίθεση προς το Εσκή Σεχήρ. Αυτό ήταν ένα κακό σχέδιο και σε συνδυασμό με τις περιορισμένες δυνάμεις που διατίθονταν για την εκτέλεσή του αποτελούσε συνταγή αποτυχίας.

Στο σχεδιάγραμμα παρουσιάζονται: α) Η γενική διάταξη των δυνάμεων της Στρατιάς Μικράς Ασίας στις αρχές του 1921. β) Η γενική ιδέα ενεργείας του σχεδίου επιχειρήσεων Σαρηγιάννη για την κατάληψη του Εσκή Σεχήρ και της Κιουτάχειας. Σημειώνονται με μπλε διακεκομμένα βέλη οι άξονες επιθέσεως των Γ΄ και Α΄ Σωμάτων Στρατού προς το Εσκή Σεχήρ και την Κιουτάχεια αντίστοιχα. γ) Η ενίσχυση του Γ΄ Σώματος Στρατού δια της ΙΙΙ Μεραρχίας και της Ταξιαρχίας Ιππικού για την εκτέλεση του σχεδίου Σαρηγιάννη. δ) Η επελθούσα από τον επιτελάρχη της Στρατιάς Συνταγματάρχη Πάλη κατάργηση της επίθεσης προς την Κιουτάχεια και αντ’ αυτής η εκτέλεση επίθεσης για την κατάληψη του Αφιόν Καραχισάρ – σημειώνεται με μπλε βέλος. 

Μέχρι το τέλος της εκστρατείας ο Γούναρης και η Στρατιά θα πρεσβεύουν  ότι αυτό που τους παρείχε σοβαρά πολιτικά και στρατιωτικά πλεονεκτήματα ήταν η κατοχή μεγάλων πόλεων και όχι η ύπαρξη επαρκούς στρατιωτικής ισχύος, άμεσα διαθέσιμης στο σύνολο της για τη διεξαγωγή επιχειρήσεων.

Ληφθείσης τελικά στο Λονδίνο, με τη συγκατάθεση και της Βρετανικής κυβέρνησης, της απόφασης εκτέλεσης της σχεδιασθείσας επιχείρησης, το κακό θα ολοκληρωθεί με την κλήση υπό τα όπλα στις 6 Μαρτίου τριών κλάσεων εφέδρων, οι οποίοι όμως ορίστηκε να παρουσιαστούν στις 14 Μαρτίου. Στις 10 Μαρτίου η Στρατιά επιτέθηκε για να καταλάβει το Εσκή Σεχήρ και το Αφιόν Καραχισάρ. Κανένας έφεδρος δεν θα συμμετάσχει στις επιχειρήσεις. Οι επιχειρήσεις κακώς συλληφθείσες και σχεδιασθείσες στο ανώτατο επίπεδο απέτυχαν. Οι απώλειες ήταν τρομακτικές.[7] Το Κεμαλικό κράτος εξήλθε πολλαπλώς ωφελημένο από την Ελληνική «αποτυχία».

Η αποτυχία ήταν κομβικής σημασίας και τούτο διότι το Μάρτιο του 1921 η Ελλάδα είχε τη δυνατότητα να επιβληθεί άνετα του Τουρκικού στρατού. Δυστυχώς η Κυβέρνηση και οι διοικούντες τη Στρατιά σκέφτονταν και ενεργούσαν ανορθολογικά.

Συμπεράσματα

Κατόπιν των όσων αναφέρθηκαν οι κύριες αιτίες της αποτυχίας είναι προφανείς: 1) Η αδυναμία της κυβέρνησης να κατανοήσει ότι η λύση του Μικρασιατικού ζητήματος θα δινόταν δια των όπλων και όχι δια των διαπραγματεύσεων, όπως και τελικά συνέβη. 2) Η αδυναμία του διοικητή της Στρατιάς να λαμβάνει αποφάσεις επί των επιχειρησιακών ζητημάτων, με αποτέλεσμα αυτές να λαμβάνονται και να τροποποιούνται ελεύθερα από τους ανεύθυνους θεσμικά επιτελείς του. 3) Η δυνατότητα παραγόντων εκτός της Στρατιάς να παρεμβαίνουν στο σχεδιασμό των επιχειρήσεων. 4) Το λανθασμένο επιχειρησιακό σχέδιο δια του οποίου εκτελέστηκε η επιχείρηση. 5) Η παραίτηση του διοικητή της Στρατιάς και του επιτελάρχη του από τις προϋποθέσεις που οι ίδιοι είχαν θέσει για την επιτυχή εκτέλεση της επιχείρηση• ήτοι η επιχείρηση να διεξαχθεί την άνοιξη και αφού προηγηθεί η ενίσχυση της Στρατιάς διά τριάντα χιλιάδων ανδρών. 6) Η διάθεση πέντε μόνο Μεραρχιών εκ των οκτώ της Στρατιάς για την εκτέλεση του σχεδίου και η μειωμένη μάχιμη δύναμη αυτών έναντι της προβλεπομένης εκ των πινάκων συνθέσεως. 7) Η σημαντικά μειωμένη έναντι της προβλεπόμενης μάχιμη δύναμη των Μεραρχιών που θα διεξήγαγαν τις επιχειρήσεις. 8) Η κατηγορηματική άρνηση του Γούναρη να ενισχύσει τη Στρατιά με τις αναγκαίες δυνάμεις για να εκτελέσει τις επιχειρήσεις, μολονότι στην ηπειρωτική Ελλάδα υπήρχε διαθέσιμη μεγάλη στρατιωτική δύναμη. 9) Η εντελώς ανορθολογική απόφαση της κυβέρνησης να αρχίσουν οι επιχειρήσεις πριν την κατάταξη των εφέδρων και τη διάθεσή τους στις Μονάδες της Στρατιάς. 

Στην αποτυχία συνέβαλαν επίσης ενέργειες και παραλείψεις της Στρατιάς, των Σωμάτων Στρατού και των Μεραρχιών κατά τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] https://www.kathimerini.gr/politics/561465976/o-polemos-poy-mporoyse-na-kerdithei/

[2] Το άρθρο αποτελεί μία περιορισμένη σύνοψη πλήρως τεκμηριωμένου επί πρωτογενών πηγών άρθρου μου με τίτλο «Η Ανώτατη διεύθυνση των Επιχειρήσεων της Στρατιάς Μικράς Ασίας του Δεκεμβρίου 1920 και του Μαρτίου 1921» που δημοσιεύτηκε το 2019 στο τεύχος 1 του ηλεκτρονικού περιοδικού ΣΤΡΑΤΗΓΕΙΝ.

[3] Οι αναγραφόμενες ημερομηνίες είναι με το παλαιό ημερολόγιο που ίσχυε τότε. Για το νέο θα πρέπει να προστεθούν 13 ημέρες.

[4] Η Μάχιμη δύναμη της κάθε Μεραρχίας αποτελούνταν από τη συνολική δύναμη των εννέα Ταγμάτων της. Η προβλεπόμενη δύναμη του Τάγματος ανερχόταν σε 25 αξιωματικούς και 949 οπλίτες. Στη μάχη εμπλέκονταν οι 3 Λόχοι κάθε Τάγματος προβλεπόμενης δύναμης το Μάρτιο του 1921 (3 Χ 198 άνδρες) και ο Λόχος Πολυβόλων προβλεπόμενης δύναμης 176 ανδρών.

[5] Εκ των υπολοίπων τριων Μεραρχιών η Ι Μεραρχία κάλυπτε τη γραμμή από το Ναζλί επί του ποταμού Μαιάνδρου μέχρι το Γκιουμπέκ, η V Μεραρχία κάλυπτε το εσωτερικό της κατεχόμενης ζώνης από επιδρομές ατάκτων από την ορεινή περιοχή του Σιμάβ και η ΧΙ Μεραρχία είχε τεθεί υπό Βρετανικό έλεγχο και κάλυπτε τη χερσόνησο της Νικομήδειας από την κατεύθυνση του Αδάρ Παζάρ.

[6] Μεταξύ Ουσάκ και Αφιόν Καραχισάρ δεν υφίσταντο σκυρόστρωτοι οδοί παρά μόνο καροποίητοι που τη χειμερινή περίοδο ήταν αδιάβατοι σε τροχό. Όλως αντιθέτως η Προύσα συνδεόταν με το Εσκή Σεχήρ δια σκυροστρώτου οδού καλής καταστάσεως, όπως και το Ουσάκ με την Κιουτάχεια. Ομοίως υπήρχε σύνδεση δια σκυροστρώτου οδού μεταξύ Γενή Σεχήρ – Μπιλετζίκ μέχρι την πόλη Σεϊγούντ (γενέτειρα του Οσμάν) λίγο βόρεια του χωριού Αβγκίν.

[7] Απώλειες. Αξιωματικοί: Νεκροί 63, τραυματίες 190, αγνοούμενοι 7, σύνολο 260. Οπλίτες: Νεκροί 809, τραυματίες 3.472, αγνοούμενοι 511, σύνολο 4.792. Οι αγνοούμενοι ήταν κατά βάση νεκροί που δεν αναγνωρίστηκαν. [διαχρονικά ήμασταν ελεεινοί με το ζήτημα της αναγνώρισης, περισυλλογής και ταφής των νεκρών]. Σοβαρός, πλην άγνωστος εκ των τραυματιών κατέληξαν είτε κατά τη διακομιδή τους, είτε στα στρατιωτικά νοσοκομεία.

[8] Οι υποσημειώσεις δεν συμπεριλαμβάνονταν στο δημοσιευθέν στην εφημερίδα άρθρο.