Ενεργειακή ασφάλεια Ελλάδας: Ποιος ο λόγος για την προωθούμενη βίαιη απολιγνιτοποίηση; Ποιους σκοπούς εξυπηρετεί;

Γράφει ο Κων/νος Αποστόλου-Κατσαρός*

αναδημοσιεύουμε από το i-epikaira.blogspot.com


Το «δόλωμα» για την ανάγκη άμεσης απολιγνιτοποίησης έγκειται στην πρόφαση ότι η «υψηλού κόστους» ρυπογόνες λιγνιτικές μονάδες παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος θα αντικατασταθούν σχετικά εύκολα από «φτηνές» και περιβαλλοντικά φιλικές/αειφόρες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ). Η αλήθεια είναι ότι ακούγεται αρκετά ελκυστικό αλλά είναι όντως έτσι;
Εδώ και χρόνια έχει καλλιεργηθεί η εντύπωση ότι οι ΑΠΕ μπορούν να παράξουν τις ίδιες ποσότητες ενέργειας σε υποπολλαπλάσιο κόστος, αλλά η πραγματικότητα λέει ότι η υπάρχουσα τεχνολογία παραγωγής και αποθήκευσης, πόρρω απέχει από την επίτευξη ενός τέτοιου στόχου. Μελέτες έχουν δείξει (Ξενοφών Μιχαηλίδης, 03/05/2021 energypress.gr) ότι μια αύξηση της τάξεως του 25% της ετήσιας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα, οδηγεί σε αντίστοιχη αύξηση της τιμής της κιλοβατώρας που κυμαίνεται από 280% έως 420%. Επίσης δεν υπάρχει επί της παρούσης η δυνατότητα χρήσης ανανεώσιμων πηγών σε ποσοστό μεγαλύτερο από το 25% – 30% της ετήσιας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας των ανυπέρβλητων δυσκολιών στην αποθήκευσή της. Η παραγωγή ενέργειας από φωτοβολταϊκά και ανεμογεννήτριες επηρεάζεται από αστάθμητους κλιματικούς παράγοντες (ηλιοφάνεια/ένταση ανέμων κλπ) ενώ η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια διαφέρει. Επομένως το υπόλοιπο 70%-75% της ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει αναγκαστικά να παράγεται με συμβατικές μεθόδους που ελέγχουν κατά το δοκούν την παραγωγή ενέργειας αναλόγως με την ζήτηση.
Συνεπώς, χωρίς την εργαλειοποίηση του φυσικού αερίου είναι σχεδόν αδύνατο να αντιμετωπιστούν οι τεχνολογικές αβεβαιότητες που σχετίζονται με την εκμετάλλευση των ΑΠΕ. Η τεχνολογική ανωριμότητα (κυρίως στο ζήτημα της αποθήκευσης ενέργειας) καθιστά αναγκαία την ήπια και ομαλή απολιγνιτοποίηση με το φυσικό αέριο να αποτελεί επί του παρόντος την ιδανική γέφυρα για την επίτευξη αυτού του στόχου μεσοπρόθεσμα, παρόλο που δεν είναι τελείως πράσινο αφού εκπέμπει περίπου το 65% των εκπομπών του CO2 που εκπέμπει ο λιγνίτης. Βέβαια, για μια χώρα που δεν διαθέτει το δικό της, εγείρονται σοβαρά ζητήματα ενεργειακής ασφάλειας/εξάρτησης με ότι αυτό συνεπάγεται. Από τα σημεία εισαγωγής του φυσικού αερίου στη χώρα και μονό, γίνεται αντιληπτός αυτός ο κίνδυνος. Η εισαγωγή λοιπόν στην Ελλάδα γίνεται από τέσσερα σημεία και για το έτος 2020 μοιράστηκε ως εξής:
-53,82% εισήχθη μέσω των δύο κύριων σημείων εισόδου από τη Βουλγαρία (31,9 εκατ. MWh) και από την Τουρκία (6,1 εκατ. MWh),
-46,18% εισήχθη μέσω του τερματικού σταθμού LNG της Ρεβυθούσας (32,6 εκατ. MWh). 48% του LNG εισήχθη από τις ΗΠΑ, 22% από το Κατάρ, 9% από την Νιγηρία και την Αλγερία, 3% από την Νορβηγία, Αίγυπτο, Γαλλία και Ολλανδία.
-Στο τέλος Δεκεμβρίου του 2020 τέθηκε σε λειτουργία και το τέταρτο σημείο εισόδου στη Νέα Μεσημβρία (Διαδριατικό αγωγό, TAP από το Αζερμπαϊτζάν) από το οποίο εισήχθησαν 650 MWh.
Καίτοι λοιπόν το φυσικό αέριο είναι αναγκαίο για την ομαλή απολιγνιτοποίηση και το έτος 2020 σημειώθηκε ρεκόρ εισαγωγών με πρόβλεψη αυξητική, παρά ταύτα με δήλωσή του ο ίδιος ο υπουργός Εξωτερικών Ν. Δένδιας (συνέντευξη 21/04/2021, Arab News) ξεκαθάρισε ότι δεν προτιθέμεθα να διερευνήσουμε την ύπαρξή του, πολλώ δε μάλλον να το εξορύξουμε. «Η Ελλάδα» είπε, «πιστεύει στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και δεν πρόκειται να αρχίσει να σκάβει τον βυθό της Μεσογείου για να βρει αέριο και πετρέλαιο για έναν πολύ απλό λόγο. Χρειαζόμαστε 10 με 20 χρόνια για να το βρούμε και να το εκμεταλλευτούμε και, από οικονομική άποψη, θα ήταν πολύ πιο ακριβό, για παράδειγμα, από αυτό της Σαουδικής Αραβίας». Μάλιστα πρόσθεσε ότι: «το Αιγαίο είναι ένας παράδεισος στη Γη. Δεν σκοπεύουμε να το μετατρέψουμε σε Κόλπο του Μεξικού. Η Ελλάδα δεν σχεδιάζει στο άμεσο μέλλον να γίνει χώρα παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου».
Συνοψίζοντας, όπως πολύ εύστοχα περιγράφει ο Χημικός Μηχανικός και στέλεχος της ΔΕΗ Ξενοφώντας Μιχαηλίδης, «η μυθολογία της αντικατάστασης των «ακριβών» λιγνιτικών μονάδων με τις «φτηνές» των ΑΠΕ ισοδυναμεί με την ανακατασκευή ενός αεροσκάφους την ώρα που πετάει και είναι γεμάτο επιβάτες.» Δεδομένου ότι ήδη για τη διετία 2021-2022, υπάρχει προγραμματισμός να περάσουν σε καθεστώς «στρατηγικής εφεδρείας» μερικές από τις υφιστάμενες λιγνιτικές μονάδες (οι οποίες στο σύνολό τους παράγουν 3,4GW), με ορίζοντα για την ολική απεξάρτηση μέχρι το 2028 (τη στιγμή που η Γερμανία φερ ειπείν τη μεταθέτει για το 2038 με εκτιμώμενο κόστος 1,2 δισ. ευρώ για κάθε 1 γιγαβάτ), ως εκ τούτου δικαίως μπορεί κανείς να υποστηρίξει την άποψη που υποστηρίζουν πολλοί, ότι δηλαδή η επιχειρούμενη μετάβαση της Ελλάδας στις ΑΠΕ είναι βίαιη, επικίνδυνη για την ενεργειακή ασφάλεια εν γένει, και σίγουρα κοστοβόρα για το ευρύ κοινό αλλά και για την βιομηχανία της χώρας που θα επωμιστούν το κόστος ήδη από τον Σεπτέμβριου του 2021. Με άλλα λόγια η προωθούμενη πολιτική στερείται κοινής λογικής, πράγμα που σημαίνει ότι μάλλον εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς που αργά ή γρήγορα θα αποκαλυφθούν και που ενδεχομένως να έχουν σχέση με την άρνηση της κυβέρνησης να προβεί στο αυτονόητο και να διερευνήσει -τουλάχιστον- την ύπαρξη του ορυκτού πλούτου της χώρας, όπως άλλωστε επετράπη στην Τουρκία να κάνει εντός της ελληνικότατης υφαλοκρηπίδας επί 4,5 με το Oruc Reis…


*Ειδικός τεχνικός σύμβουλος. Διετέλεσε λέκτορας και επιστημονικός συνεργάτης στο Πανεπιστήμιο του Μπράιτον της Βρετανίας, από το οποίο κατέχει διδακτορικό και μεταπτυχιακό τίτλο.