1974: Πόσο Μακριά ήταν η Κύπρος, Αλήθεια;

αναδημοσιεύουμε από το belisarius21.wordpress.com

Η Αεροπορική Διάσταση

Σύνοψη

Η εγκληματική απροθυμία των υπευθύνων του καθεστώτος του 1974 στην Ελλάδα να συνδράμουν την Κύπρο αεροπορικά κατά τη διάρκεια της Τουρκικής Εισβολής συγκαλύπτεται συστηματικά πίσω από την μυθολογία της «αντικειμενικής αδυναμίας» να παρασχεθεί τέτοια βοήθεια και συνήθως αποκρύπτεται μέσα σε ένα πέπλο ανακριβειών, αοριστιών και μισών αληθειών. Τη σύγχυση γύρω από το θέμα επιτείνουν οι προσχηματικές ενέργειες στις οποίες προέβη το καθεστώς Ιωαννίδη τις ημέρες του πραξικοπήματος, και οι οποίες επιτείνουν τη σύγχυση. Από την άλλη, μέχρι σήμερα δεν φαίνεται να έχει γίνει μία συστηματική διερεύνηση του ζητήματος, η οποία να μπορεί να δώσει τεκμηριωμένη απάντηση στο ερώτημα αυτό.

Στο παρόν επιχειρείται μία συνολική, αναλυτική και συστηματική επισκόπηση της αεροπορικής κατάστασης τον Ιούλιο του 1974, η διερεύνηση των πραγματικών δυνατοτήτων επέμβασης της Ελλάδας στην Εισβολή με την Πολεμική της Αεροπορία, ενώ ταυτόχρονα εξετάζονται οι προσχηματικές ενέργειες του καθεστώτος Ιωαννίδη στον τομέα αυτόν, οι οποίες έχουν προκαλέσει σύγχυση – και οι οποίες εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται για τον σκοπό αυτόν.

Εισαγωγή

Σκοπός του παρόντος είναι να εξετάσει τη δυνατότητα αεροπορικής συνδρομής της Ελλάδας στην Κύπρο κατά την Τουρκική Εισβολή του 1974. Η βασική θέση του είναι ότι το καλοκαίρι του 1974, τόσον τον Ιούλιο όσο και τον Αύγουστο, η Ελλάς είχε τη δυνατότητα να επέμβει στην Κύπρο με την αεροπορία της κατά τρόπο που θα επηρέαζε αποφασιστικά την εξέλιξη της Εισβολής. Προφανώς,  η δυνατότητα αυτή συνδυαζόταν με την ακόμη σημαντικότερη δυνατότητα ναυτικής επέμβασης, η οποία και θα επηρέαζε κατά πολύ πιο αποφασιστικό τρόπο την εξέλιξη και έκβαση των επιχειρήσεων, όμως η ναυτική πλευρά δεν διερευνάται στο κείμενο. Η απόφαση για στρατιωτική αδράνεια της χώρας υπήρξε μία πολιτική απόφαση, τόσο τον Ιούλιο όσο και τον Αύγουστο, και δεν σχετιζόταν με τις πραγματικές στρατιωτικές δυνατότητες, τις οποίες όμως οι υπεύθυνοι και οι απολογητές τους επικαλούνται ως δικαιολογία. Το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια του Αττίλα Ι στην Ελλάδα επικρατούσε στρατιωτικό καθεστώς δεν αναιρεί το γεγονός ότι η απόφαση για την αδράνεια, αν και την έλαβαν εν ενεργεία στρατιωτικοί, την έλαβαν εκτελούντες πολιτικό ρόλο και με αυστηρά πολιτικά κριτήρια. Μάλιστα, το γεγονός ότι ήταν στρατιωτικοί που λάμβαναν πολιτικές αποφάσεις έχει συσκοτίσει το ζήτημα, καθώς οι ενεχόμενοι, προκειμένου να δικαιολογήσουν πολιτικές αποφάσεις τους, είχαν την ευχέρεια να προβάλλουν «τεχνικούς» ισχυρισμούς, συσκοτίζοντας σκόπιμα τα πράγματα.

Στο παρόν άρθρο εξετάζεται η αεροπορική κατάσταση πριν και κατά την έναρξη των επιχειρήσεων του Ιουλίου του 1974, καθώς και η επιχειρησιακή δυνατότητα της ΠΑ να επέμβει στις επιχειρήσεις αυτές. Το θέμα θα εξεταστεί κυρίως από στρατιωτικής απόψεως, ώστε να καταστούν σαφείς οι στρατιωτικές δυνατότητες που αντικειμενικά είχαν στη διάθεσή της οι ηγεσίες που ασκούσαν την πολιτική εξουσία το καλοκαίρι του 1974. Ο απώτερος στόχος είναι να καταστεί δυνατή η εξέταση της πολιτικής διάστασης της αντιμετώπισης της Τουρκικής Εισβολής, έχοντας απολύτως ξεκαθαρισμένο το στρατιωτικό υπόβαθρο και το ζήτημα των «τεχνικών» στρατιωτικών δυνατοτήτων. Είναι προφανές ότι το ζήτημα έχει ουσιώδεις πολιτικές διαστάσεις· είναι όμως κρίσιμο να ξεκαθαρίζεται ποια ήταν τα στρατιωτικά δεδομένα που είχαν στη διάθεσή τους οι πολιτικά δρώντες, έτσι ώστε να μην προκαλείται σύγχυση σε ότι αφορά τις πολιτικές αποφάσεις, σύγχυση η οποία προκαλείται από άγνοια  ή και ενίοτε σκόπιμα σχετικά με τα στρατιωτικά δεδομένα.

Μία σημαντική παράμετρος της ανάλυσης είναι η διάκριση ανάμεσα αφ’ ενός στις πληροφορίες που ήταν διαθέσιμες πριν και κατά τη διάρκεια της κρίσης, και αφ’ ετέρου στις  στρατιωτικές εκτιμήσεις που μπορούσαν ευλόγως να γίνουν πριν και κατά τη διάρκεια της κρίσης με τα δεδομένα της στιγμής. Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν απαραίτητο, εάν είχε συνταχθεί η αναλυτική στρατιωτική ιστορία της Τουρκικής Εισβολής από τους αρμόδιους φορείς: τη Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, το Μουσείο Ιστορίας της Πολεμικής Αεροπορίας και την Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού.  Κάτι τέτοιο όχι απλώς δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα αλλά όποτε ανακινήθηκε το θέμα, υπήρξε κατηγορηματική άρνηση. Η απόπειρα διερεύνησης των γεγονότων στο πλαίσιο της «Εξεταστικής Επιτροπής για τον Φάκελο της Κύπρου της Βουλής των Ελλήνων» του 1986-1988, παρά τις τυμπανοκρουσίες, είναι αποσπασματική, ερασιτεχνική και απολύτως ανεπαρκής. Όσο δεν υφίσταται επίσημη στρατιωτική ιστορική καταγραφή των γεγονότων της Εισβολής, όσο δηλαδή δεν αποτυπώνεται με λεπτομέρεια, ακρίβεια και αξιοπιστία η κατάσταση της Πολεμικής Αεροπορίας (ΠΑ) το καλοκαίρι του 1974, η εικόνα που είχε για την Τουρκική Αεροπορία (ΤΑ) κατά την περίοδο αυτή, έχουμε στη διάθεσή μας μόνον ανεπαρκή σπαράγματα πληροφοριών, τις αναφορές του Αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων και του Αρχηγού της Αεροπορίας της εποχής -προφανούς ανακρίβειας και ευνόητης πολιτικής σκοπιμότητας- καθώς και σκόρπιες προφορικές μαρτυρίες και ισχυρισμούς. Τα τρία, μόνον, εξειδικευμένα βιβλία που αφορούν το θέμα και αναφέρονται στη βιβλιογραφία, όσο πολύτιμα και αν είναι, δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την πρόσβαση στα επίσημα αρχεία. Δυστυχώς, μέχρι σήμερα, ο σχετικός φοριαμός στο Μουσείο Ιστορίας της ΠΑ (ΜΙΣΠΑ), τον επίσημο φορέα της επιχειρησιακής ιστορίας της ΠΑ,  παραμένει αυστηρά ελεγχόμενος και απολύτως απροσπέλαστος ακόμη και στους υπηρεσιακούς ιστορικούς.

Πηγές Πληροφοριών

Μία ειδική αναφορά πρέπει να γίνει στις πηγές από τις οποίες αντλούνται πληροφορίες για το παρόν κείμενο. Πέραν της αυτονόητης σημασίας της αξιοπιστίας των πηγών για κάθε κείμενο ή μελέτη, οι πληροφορίες και οι πηγές αποτελούν για το παρόν κείμενο ένα ιδιαίτερα λεπτό θέμα. Οι λόγοι είναι δύο:

(α) στην Ελλάδα, ιδίως, όπου το ζήτημα είναι φορτισμένο πολιτικά, ένα πλήθος πληροφοριών, αφηγήσεων κ.λπ. είναι διανθισμένο με αναξιόπιστες πληροφορίες καθώς και αυθαίρετες κρίσεις για τεχνικά θέματα, οι οποίες είναι εύκολο από έναν μη εξοικειωμένο αναγνώστη να εκληφθούν ως δεδομένα – ειδικά για την ειδικότερη αεροπορική διάσταση του θέματος.

(β) στην Τουρκία, παρά την επιτυχή έκβαση μίας μείζονος στρατιωτικής επιχείρησης, η ιστορία της εισβολής στην Κύπρο δεν έτυχε μεγάλης προβολής και δεν αποτέλεσε αντικείμενο ιστοριογραφικής δραστηριότητας. Η κατάσταση αυτή δεν αποτελεί απλή εντύπωση, αλλά αντικείμενο σχολιασμού, και μάλιστα από παρατηρητές που έχουν πλήρη εποπτεία της βιβλιογραφίας. Βασικός λόγος για την περίεργη αυτή κατάσταση θεωρείται η πολύ κακή στρατιωτική επίδοση στην εκστρατεία, στοιχείο που δεν ήταν δυνατόν να αποκρυβεί από κανέναν από τους συμμετέχοντες. Αυτό έχει οδηγήσει σε μία «σιωπή» περί τα γεγονότα του θέρους του 1974, η οποία μάλιστα έχει τύχει και σχετικού σχολιασμού στην Τουρκία[i]. Αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμη και το πλέον πρόσφατο τουρκικό βιβλίο για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Κύπρο, το βιβλίο «Phase Line Attila, The Amphibious Campaign for Cyprous, 1974»[ii] των Edward Erickson και Mesut Uyar, δεν περιλαμβάνει αξιοσημείωτες πληροφορίες για το αεροπορικό, ειδικά, σκέλος, και περιορίζεται σε αναπαραγωγή διαδικτυακών πληροφοριών, και μάλιστα αόριστων και ανακριβών, παρ’ όλη την προνομιακή πρόσβαση που οι συγγραφείς έχουν σε τουρκικές στρατιωτικές πληροφορίες.

Από ελληνικής πλευράς, οι βασικότερες πηγές σχετικά με τα γεγονότα είναι δύο βιβλία, καθώς και μία συνέντευξη. Το πρώτο βιβλίο είναι το βιβλίο «Ελληνικά Φτερά στην Κύπρο» του εκλιπόντος Υποπτεράρχου (Ι) ε.α. Γεωργίου Μήτσαινα. Το βιβλίο εκδόθηκε το 2004 από τον ίδιον τον συγγραφέα. Ο υποπτέραρχος Μήτσαινας είχε λάβει ο ίδιος μέρος στην επιχείρηση «Νίκη» ως κυβερνήτης μεταγωγικού αεροσκάφους και, ως χειριστής μαχητικών αεροσκαφών προηγουμένως, είχε καλή αντίληψη των συνθηκών του αεροπορικού σκέλους των επιχειρήσεων της Κύπρου. Μετά την αποστρατεία του προέβη σε μία μεγάλη έρευνα σχετικά με τις αεροπορικές επιχειρήσεις στην Κύπρο, συλλέγοντας επιμελώς διαθέσιμα στοιχεία και παίρνοντας συνεντεύξεις από όλους τους εμπλεκομένους. Η εργασία αυτή έχει ως στόχο την αποτύπωση των γεγονότων και όχι τόσο την ανάλυσή τους, ενώ προφανής περιορισμός είναι ότι ο συντάκτης δεν είχε πρόσβαση σε επίσημα υπηρεσιακά στοιχεία της ΠΑ αλλά μόνον μαρτυρίες. Μεγάλα πλεονεκτήματα της έρευνας είναι ότι η συλλογή των στοιχείων έχει γίνει με μεγάλη επιμέλεια κι ευσυνειδησία, και με τη διασταύρωση των πηγών και μαρτυριών, κατά τρόπο που ό,τι καταγράφει μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο -τουλάχιστον στον βαθμό που και οι μαρτυρίες είναι αξιόπιστες. Επιπλέον, ως επαγγελματίας χειριστής της ΠΑ, ο συντάκτης έχει σαφή αντίληψη της φύσεως του αντικειμένου με το οποίο ασχολείται και δεν υποπίπτει σε λάθη άγνοιας.

Το δεύτερο, επίσης βασικό ελληνικό βιβλίο για τα αεροπορικά πράγματα στην Κύπρο είναι του αντιπτεράρχου ε.α. Παναγιώτη Μπαλέ «Παρακαταθήκες Αετών», που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ιφνογνώμων το 2012. Ο αντιπτέραρχος Μπαλές, διακεκριμένος αξιωματικός της ΠΑ, είχε προσωπική εμπλοκή στα γεγονότα του 1974, καθώς ήταν ανώτερος αξιωματικός σε νευραλγικές θέσεις των εμπλεκομένων μοιρών στα γεγονότα του 1974, ενώ ήταν και επικεφαλής της μίας τετράδας αεροσκαφών της 339 Μοίρας που μεταστάθμευσε στην Κρήτη στις 22 Αυγούστου, εν όψει επικείμενης επιχείρησης στην Κύπρο. Ως εκ της θέσεώς του, ο Μπαλές έχει ακριβή αντίληψη της κατάστασης των 338 και 339 Μοιρών πριν και κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων, ενώ έχει και προσωπική αντίληψη για τα γεγονότα της 22ας Ιουλίου.

Η εκτενής συνέντευξη του Πτεράρχου (Ι) ε.α. Ορέστη Κριτσωτάκη στον δημοσιογράφο Γιώργο Λαμπράκη που δημοσιεύτηκε στις 22 Ιουλίου 2016, αποτελεί τρίτη βασική πηγή πληροφοριών, κυρίως για τη σχεδιαζόμενη αποστολή της 340.2 Μοίρας στην Κύπρο. Το γεγονός ότι ο πτέραρχος Κριτσωτάκης θα λάμβανε ο ίδιος μέρος στην αποστολή που ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή, σημαίνει ότι η μαρτυρία του είναι ιδιαίτερα σημαντική, ιδίως σε ότι αφορά κρίσιμες λεπτομέρειες της εν λόγω αποστολής.

Σημαντικές, επίσης, είναι πληροφορίες που έδωσε σε σχετικά πρόσφατα (2017) άρθρα του ο τότε Διευθυντής του Κλάδου Επιχειρήσεων του ΓΕΑ ταξίαρχος (Ι) ε.α. Νικόλαος Παγώνης, ιδίως λόγω της θέσης του, η οποία του παρείχε σημαντική εποπτεία των αεροπορικών πραγμάτων.

Επιπλέον των πηγών αυτών, πληροφορίες αντλήθηκαν από τις μαρτυρίες αξιωματικών της ΠΑ που εμπλέκονταν στις σχεδιαζόμενες αποστολές ή είχαν κάποια σχέση με αυτές και δημοσιεύτηκαν στα  πολύτιμα βιβλία «Οι Άγνωστοι Στρατιώτες – Κύπρος»  (τόμοι 1 και 2) του Σάββα Βλάσση, εκδόσεις «Δούρειος», δηλαδή οι μαρτυρίες των Σκαμπαρδώνη, Σκαρλάτου, Κοντογιάννη, Μέγγουλη, Τσούρα.

Πέραν αυτών των βασικών πηγών, σημαντικά τεκμήρια για την όλη αντίδραση της ΠΑ στα γεγονότα της Κύπρου αποτελούν οι δύο αναφορές που οι αρχηγοί Ενόπλων Δυνάμεων και Αεροπορίας υπέβαλαν προς τον Υπουργό Αμύνης τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 1974. Οι αναφορές αυτές αποτελούν ουσιαστικά την δικαιολόγηση των ενεργειών τους (ή μάλλον της αδρανείας τους) τον Ιούλιο του 1974, όταν, de facto, ελλείψει πολιτικής ηγεσίας, ελάμβαναν και οι ίδιοι πολιτικές αποφάσεις. Στις αναφορές αυτές γίνονται πολύ συνοπτικές περιγραφές στα γεγονότα, αποτυπώνεται όμως -σε κάποια έκταση- η εικόνα του αεροπορικού ισοζυγίου Ελλάδος-Τουρκίας κατά τη στιγμή εκείνη, καθώς και μία αξιολόγησή του. Θεωρητικώς, τα παρατιθέμενα στοιχεία θα πρέπει να αντλούνται από την εικόνα που επισήμως και υπηρεσιακώς είχε η Πολεμική Αεροπορία για τη δύναμη των δύο πλευρών, ενώ η παρατιθέμενη αξιολόγηση αποτελεί, προφανώς, την προσωπική τους επαγγελματική κρίση για το ζήτημα. Όμως τα παρατιθέμενα στοιχεία είναι εξόφθαλμα ανακριβή (ενδεχομένως να έχουν προκύψει με συγκεκριμένες λαθροχειρίες επί αρχικών δεδομένων), αν και η μέχρι σήμερα δέσμευση των σχετικών υπηρεσιακών στοιχείων από την ΠΑ καθιστά αδύνατη τη διαπίστωση του ακριβούς μηχανισμού παραποίησης των στοιχείων αυτών. Η δε στρατιωτική αξιολόγηση των στοιχείων είναι τόσο εξόφθαλμα παραπειστική, που θέτει το ζήτημα είτε της απόλυτης επαγγελματικής ανεπάρκειας των δύο αξιωματικών, είτε του σκόπιμου αποπροσανατολισμού των αποδεκτών των αναφορών. Σε κάθε περίπτωση, τα δύο αυτά τεκμήρια αποτελούν μάλλον αντικείμενο διερεύνησης παρά πηγή πληροφόρησης για τα αεροπορικά γεγονότα του 1974.

Τέλος, υπάρχει ένας αριθμός δευτερογενών πηγών που δεν ασχολούνται μεν με τις αεροπορικές επιχειρήσεις, αλλά από τις οποίες μπορούν περιστασιακά να αντληθούν κρίσιμα στοιχεία σχετικά με αυτές.

Από τουρκικής πλευράς, η ένδεια των στοιχείων σχετικά με τα στρατιωτικά γεγονότα της Κύπρου συνοδεύεται, σχεδόν αυτονοήτως, από την ακόμη μεγαλύτερη ένδεια σχετικά με τα αεροπορικά γεγονότα.

Η βασικότερη πηγή για τη δράση της ΤΑ στην Κύπρο κατά τις επιχειρήσεις του Ιουλίου είναι άρθρο του αντιπτεράρχου Hulusi Kaymakli, διοικητή της 2ης Τακτικής Αεροπορίας κατά το 1973-1974 (και κατά τη διάρκεια της Εισβολής) και εν συνεχεία Αρχηγού του Επιτελείου της Τουρκικής Αεροπορίας, το οποίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Savunma ve Havacilik. Το άρθρο αυτό είναι γραμμένο από αξιωματικό που είχε εμπλοκή στη διεύθυνση των επιχειρήσεων, και τα στοιχεία τα οποία παρέχει, αν και γενικά, αντιστοιχούν ακριβώς στη θέση και τον ρόλο του κατά τις επιχειρήσεις. Το άρθρο, σε γενικές γραμμές, φαίνεται αξιόπιστο, ενώ ταυτόχρονα από το περιεχόμενό του αναδύεται μία συγκεκριμένη στρατιωτική αντίληψη για την διαχείριση της εισβολής. Το σύνολο των διαδικτυακών, τουλάχιστον, τουρκικών αναφορών φαίνεται να αποτελούν αναπαραγωγή του συγκεκριμένου άρθρου και των στοιχείων του, είτε ευθεία είτε έμμεση.

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πηγή πληροφοριών για την Εισβολή, και σε ορισμένα σημεία και για αεροπορικές πτυχές αυτής, είναι το πρώτο βιβλίο που γράφτηκε στην Τουρκία σχετικά με το θέμα από Τούρκο αξιωματικό, και μάλιστα ανώτατο, ο οποίος συμμετείχε στην Εισβολή. Πρόκειται για το βιβλίο «Ο Πασάς κι ο Στρατηγός», ημι-φανταστική και συγκεκαλυμμένη έκδοση του ημερολογίου του αντιστρατήγου Μπετρεντίν Ντεμιρέλ  που εκδόθηκε από τον δημοσιογράφο Τουσάλπ Ερπμίλ  το 1991. Ο Ντεμιρέλ, διοικητής της 39ης Μεραρχίας κατά την Εισβολή, κι εν συνεχεία διοικητής του Σώματος Στρατού Κατοχής στην Κύπρο, τηρούσε ημερολόγιο κατά τη διάρκεια της Εισβολής. Το ημερολόγιο αυτό, μετά τον θάνατό του, περιήλθε στην κατοχή του Τουσάλπ, ο οποίος το δημοσίευσε τμηματικά και χωρίς παρεμβάσεις στην εφημερίδα Τσουμχουριέτ μεταξύ 17ης και 27ης Ιουλίου 1989. Παρ’ όλο που το βιβλίο έχει παράδοξη μορφή, είναι απολύτως σαφές που αναφέρει πραγματικά στοιχεία σε σχέση με την τουρκική στρατιωτική μηχανή καθώς και για τα γεγονότα της Κύπρου.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι διαδικτυακά υπάρχουν κάποιες διάσπαρτες αναφορές σε στοιχεία, ειδικά σε ό,τι αφορά τη δύναμη της Τουρκικής Αεροπορίας κατά την εποχή εκείνη.

Η Δυνατότητα Αεροπορικής Συνδρομής στις Επιχειρήσεις της Κύπρου

Η Ελλάς είχε τη δυνατότητα να επέμβει αεροπορικά στην Κύπρο το 1974 και κατά τις τρεις φάσεις της Τουρκικής Εισβολής. Προφανώς, όσο νωρίτερα γινόταν η επέμβαση, τόσο πιο αποφασιστικά θα ήταν τα αποτελέσματα από στρατιωτικής απόψεως. Η επέμβαση της ΠΑ στον Αττίλα Ι θα ήταν καταλυτική, η ενεργοποίησή της στο μεσοδιάστημα θα ήταν σημαντική, ενώ κατά τον Αττίλα ΙΙ θα μπορούσε να επιτύχει πιο περιορισμένα αποτελέσματα και η κρίσιμη σημασία της θα ήταν πολιτική – αν και δεν πρέπει να υποτιμώνται τα στρατιωτικά αποτελέσματα της επέμβασής της.

Η δυνατότητα αεροπορικής επέμβασης συνίστατο στα εξής:

Κατά τη διάρκεια του Αττίλα Ι (20-22 Ιουλίου 1974):

(α) Εκτέλεση της προετοιμασμένης, προσχεδιασμένης, δοκιμασμένης και εκ των προτέρων εγκεκριμένης αποστολής του κλιμακίου 340.2 της 340 Μοίρας, δυνάμεως είκοσι αεροσκαφών τύπου F-84F, που είχε ως στόχο να προσβάλει εφ’ άπαξ το τουρκικό προγεφύρωμα κατά τη διάρκεια της προσπάθειας εγκατάστασής του. Η αποστολή αυτή αποτελούσε πάγιο μέρος του αμυντικού σχεδιασμού της Κύπρου, ήδη επί πολλά έτη πριν από το 1974.

β) Εκτέλεση τουλάχιστον μίας επιχείρησης προσβολής της περιοχής του τουρκικού προγεφυρώματος από την 339 Μοίρα, και ενδεχομένως την εκτέλεση και δεύτερης αποστολής, αναλόγως με το πόσο νωρίς θα είχε εκτελεστεί η πρώτη προσβολή και με τις λοιπές επιχειρησιακές εξελίξεις.

Ο συνδυασμός των δύο ανωτέρω δυνατοτήτων, δηλαδή δύο επιθέσεων στο προγεφύρωμα με σχετικά μικρό χρονικό διαχωρισμό, θα είχε καταλυτικές επιπτώσεις τόσο στην επιχειρησιακή δυνατότητα των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων να επιτύχουν την αποστολή τους όσο και στην βούληση της πολιτικής ηγεσίας τους να διατάξει τη συνέχιση και ολοκλήρωσή της.

Πέραν των ανωτέρω, εναλλακτικά ή συμπληρωματικά προς αυτές, παρέμεναν και άλλες επιχειρησιακές δυνατότητες που αφορούσαν και πάλι την εκμετάλλευση της 339 Μοίρας για την επιδίωξη αρνήσεως της αεροπορικής υπεροχής στους Τούρκους με τη διεξαγωγή αντιαεροπορικών επιχειρήσεων.[iii]

Κατά το μεσοδιάστημα μεταξύ των δύο επιθετικών επιχειρήσεων (23 Ιουλίου – 13 Αυγούστου 1974):

(α) Διενέργεια πτήσεων επιδείξεως στην περιοχή της Κύπρου, οι οποίες θα καταδείκνυαν τη θέληση της Μεταπολιτευτικής Κυβερνήσεως να παρέμβει στρατιωτικά σε περίπτωση συνέχισης των επιχειρήσεων. Η βασική σκοπιμότητα τέτοιας δράσης θα ήταν να αποθαρρύνει την τουρκική ηγεσία από τη συνέχιση των επιχειρήσεων. Μία τέτοια επίδειξη θα ήταν κρίσιμη γιατί θα επεδείκνυε τη διάθεση της νέας κυβερνήσεως να μην ακολουθήσει και να μη δεσμευτεί από την πολιτική Ιωαννίδη/Μπονάνου αλλά να υπερασπιστεί ενεργά την Κύπρο, με όποιον τρόπο μπορούσε. Επιπλέον επιδίωξη μίας τέτοιας ενέργειας θα ήταν η έμπρακτη άσκηση πίεσης προς την Τουρκία για να σταματήσει τις συνεχείς πολεμικές ενέργειες διεύρυνσης του προγεφυρώματος στις οποίες προέβαινε καθ’ όλη τη διάρκεια της «ανακωχής». Δυστυχώς, οι ελλαδικές ψευδαισθήσεις περί «μη πρόκλησης» και διακινδύνευσης της… «εκεχειρίας» είχαν ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα τον Αττίλα ΙΙ.

Επιπλέον, από αεροπορικής απόψεως, πτήσεις της ΠΑ στην περιοχή της Κύπρου, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα οδηγούσαν σε αναδιάταξη τη δύναμη της ΤΑ και είναι πολύ πιθανόν να οδηγούσαν σε επανεξέταση βασικών στρατηγικών εκτιμήσεων, όπως θα εξηγηθεί στη σχετική υποενότητα.

(β) Προετοιμασία επέμβασης της Πολεμικής Αεροπορίας με την ενίσχυση των -θεωρητικά ήδη υφισταμένων- δυνατοτήτων καθοδήγησης των αεροσκαφών από το έδαφος μέσω σταθμών επαφής, για τη διενέργεια αποστολών Εγγύς Αεροπορικής Υποστήριξης.

Κατά τη διάρκεια του Αττίλα ΙΙ (14-16 Αυγούστου 1974):

(α) Διενέργεια περιορισμένων επιχειρήσεων προσβολής χερσαίων στόχων για την υποστήριξη των χερσαίων τμημάτων. Προφανώς μία τέτοια επέμβαση δεν θα μπορούσε πλέον να ανατρέψει την έκβαση και το τελικό αποτέλεσμα των επιχειρήσεων, θα μπορούσε όμως να περιορίσει σημαντικά τις τουρκικές χερσαίες επιχειρήσεις, ιδίως λαμβάνοντας υπ’ όψιν πόσο διστακτικά διεξάγονταν αυτές και ανάλογα με την επιλογή των στόχων.

(β) Διενέργεια περιορισμένων αντιαεροπορικών επιχειρήσεων, που θα περιόριζαν την ασφυκτική αεροπορική πίεση επί των αμυνόμενων ελληνικών δυνάμεων.

Πρέπει να επισημανθεί ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες για τη διάταξη της ΤΑ κατά τη διάρκεια του Αττίλα ΙΙ, όπως υπάρχουν για τη χρονική διάρκεια του Αττίλα Ι. Δεδομένου ότι δεν υπήρξε καμία ενέργεια της ΠΑ κατά τη διάρκεια του Αττίλα Ι και του μεσοδιαστήματος, δεν προκύπτει κάποιος λόγος για τον οποίον θα μεταβλήθηκε κάτι ουσιώδες στη διάταξη της ΤΑ και στην αντίληψή της για τις διεξαγόμενες επιχειρήσεις τον Αύγουστο του 1974.

Αυτές ήταν οι υπαρκτές, πραγματικές δυνατότητες αεροπορικής υποστήριξης των επιχειρήσεων στην Κύπρο από την Ελλάδα κατά την Εισβολή. Η απόφαση να μη γίνει χρήση των στρατιωτικών αυτών δυνατοτήτων υπήρξε αυστηρά πολιτική. Το εάν υπήρξε πολιτικά ορθή απόφαση εναπόκειται, τελικά, στην πολιτική κρίση και την αντίληψη του κάθε πολίτη· το θέμα είναι εν προκειμένω η «τεχνική» στρατιωτική δυνατότητα, η ύπαρξη της οποίας έχει αμφισβητηθεί, για προφανείς πολιτικούς λόγους.

Οι Δύο Αντίπαλοι: Πολεμική Αεροπορία και Τουρκική Αεροπορία

Τουρκική Αεροπορία

Δυνάμεις

Κορμός της Τουρκικής Αεροπορίας (ΤΑ) ήταν οι δέκα έξι (16) μοίρες μαχητικών αεροσκαφών που διέθετε. Από αυτές, οι επτά (7) μοίρες ήταν μοίρες διώξεως (αναχαίτισης), ενώ οι εννέα (9) μοίρες ήταν μοίρες βομβαρδισμού. Επισημαίνεται ότι την εποχή εκείνη οι δύο ρόλοι ήταν τελείως διαχωρισμένοι, δηλαδή οι μοίρες βομβαρδισμού -και παρά τη συνήθη ονομασία «δίωξης-βομβαρδισμού»- είχαν τον ρόλο αυτόν κατ’ αποκλειστικότητα, τόσο ως αποστολή όσο και ως εκπαίδευση.

Οι επτά (7) μοίρες δίωξης αναλύονταν σε δύο (2) μοίρες εξοπλισμένες με αεροσκάφη F-102A (142 και 182 Μοίρες), και σε πέντε (5) μοίρες εξοπλισμένες με αεροσκάφη F-5A (μοίρες 151, 152, 161, 162, και 192). Εξ αυτών η τελευταία ήταν εξοπλισμένη και με έναν αριθμό από αναγνωριστικά αεροσκάφη RF-5A.

Οι εννέα (9) μοίρες βομβαρδισμού αναλύονταν σε επτά μοίρες εξοπλισμένες με αεροσκάφη F-100C/D (111, 112, 131, 132, 171, 172 και 181 Μοίρες) και σε δύο μοίρες βομβαρδισμού εξοπλισμένες με αεροσκάφη F-104G (141 και 191 Μοίρες).[iv]

Οι μοίρες των μαχητικών διοικούνταν από δύο Τακτικές Αεροπορίες, την 1η Τακτική Αεροπορία με έδρα το Δορύλαιο (Eskisehir) και τη 3η Τακτική Αεροπορία με έδρα την Άμιδα (Diyarbakir). Προφανώς, ανάλογα με τις απαιτήσεις του Γενικού Επιτελείου, δυνάμεις μεταφέρονταν από τη μία Τακτική Αεροπορία στην άλλη, ενώ κάθε Τακτική Αεροπορία διέθετε και μία «οργανική» μοίρα αναγνωρίσεως με αεροσκάφη RF-84F: η 1η Τακτική Αεροπορία διέθετε την 114 Μοίρα, ενώ η 3η διέθετε την 184 Μοίρα.

Η ακριβής αριθμητική δύναμη της ΤΑ σε μαχητικά κατά το καλοκαίρι του 1974, και μάλιστα το κρίσιμο στοιχείο των διαθέσιμων για επιχειρήσεις αεροσκαφών, είναι αρκετά δύσκολο να εκτιμηθεί. Ακόμη πιο δύσκολο είναι να εκτιμηθεί ο ρυθμός εξόδων που η ΤΑ μπορούσε να επιτύχει, που αποτελεί και το τελικά ζητούμενο στοιχείο. Για ορισμένες από τις μοίρες, λόγω του τύπου αεροσκαφών με τα οποία ήταν εξοπλισμένες, είναι σχεδόν βέβαιη η ονομαστική τους δύναμη. Παραδείγματος χάριν, για τις μοίρες με F-102A και F-104G είναι βέβαιο ότι η ονομαστική τους δύναμη ήταν 18 αεροσκάφη ανά μοίρα, πράγμα το οποίο πιθανόν σημαίνει λιγότερα διαθέσιμα αεροσκάφη. Το πραγματικό πρόβλημα στην εκτίμηση της δύναμης της ΤΑ προκύπτει από τα αεροσκάφη F-100C/D. Αυτά είχαν παραδοθεί στην ΤΑ σε πολύ μεγάλους αριθμούς, και συνεπώς βρίσκονταν εν ενεργεία τόσα όσα είχε αποφασίσει η ΤΑ ότι χρειάζεται και μπορεί να υποστηρίξει. Φαίνεται ότι η τυπική σύνθεση της μοίρας ήταν δέκα οκτώ αεροσκάφη, σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να απείχε από τον αριθμό των είκοσι αεροσκαφών ανά μοίρα. Επιπλέον, η ύπαρξη μεγάλου αποθέματος ανταλλακτικών λόγω δυνατότητας κανιβαλισμού του μεγάλου αριθμού ανενεργών F-100, καθώς και μία συσχέτιση με τις αναφερόμενες εξόδους των βομβαρδιστικών κατά τις επιχειρήσεις[v], παρέχει την ένδειξη ότι οι μοίρες των F-100 είχαν περίπου δέκα οκτώ με είκοσι αεροσκάφη διαθέσιμα κατά τον Αττίλα Ι. Είναι σαφές ότι στη δύναμη της ΤΑ δεν εγγράφονται τα αεροσκάφη F-84F που προηγουμένως υπηρετούσαν, καθώς αυτά έχουν αντικατασταθεί πλήρως από τα F-100, όπως δείχνει η προσεκτική εξέταση όλων των διαθεσίμων στοιχείων (απώλειες αεροσκαφών κατά τα έτη 1973, 1974, 1975, απώλειες αεροσκαφών Κύπρου) αλλά και όλες οι αναφορές των Τούρκων για την αεροπορική δύναμή τους. Η ονομαστική δύναμη των F-5A προκύπτει με μεγαλύτερη σαφήνεια, αν και εδώ το ζήτημα της διαθεσιμότητας είναι αδιευκρίνιστο. Εικάζεται ότι τα F-5A είχαν χαμηλότερη διαθεσιμότητα από τα F-100. Ενδεικτικά, η μεταστάθμευση 17 αεροσκαφών F-5A από τη Μερζιφούντα στο τέλος Μαΐου του 1974, πιθανότατα αφορά το σύνολο της μοίρας. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να έχει κανείς υπ΄ όψιν ότι τα αεροσκάφη της εποχής ήταν κατά πολύ απλούστερα όχι απλώς από τα σημερινά αλλά και από τα αμέσως μεταγενέστερα, π.χ. τα Phantom, με αποτέλεσμα η επίτευξη υψηλών διαθεσιμοτήτων να μην είναι τόσο δύσκολη όσο αργότερα. Συνεπώς, μπορεί να θεωρηθεί ότι η οροφή των διαθεσίμων αεροσκαφών ανά μοίρα ήταν είκοσι αεροσκάφη, με τα αναχαιτιστικά να έχουν χαμηλότερες διαθεσιμότητες και τα βομβαρδισμού να έχουν υψηλότερες – ενδεχομένως και κοντά στην ονομαστική δύναμη των είκοσι αεροσκαφών.

Από αντιαεροπορικής απόψεως, η ΤΑ διέθετε δύο πλήρεις μονάδες του συστήματος Νίκη-Ηρακλής για την προστασία της περιοχής Κωνσταντινουπόλεως – και κανένα άλλο πυραυλικό σύστημα.

Σημαντική παράμετρος της ισχύος της ΤΑ το 1974, όπως και κάθε αεροπορικής δυνάμεως, είναι η ποιότητα του Συστήματος Αεροπορικού Ελέγχου που διέθετε. Η μοναδική διαθέσιμη αναφορά στο θέμα είναι αυτή των απομνημονευμάτων του Ντεμιρέλ. O Τούρκος ανώτατος στρατιωτικός αναφέρεται εκτενώς στο θέμα. Παρ’ όλο που είναι αξιωματικός του στρατού ξηράς, προφανώς έχει αντίληψη του θέματος, πιθανότατα εξ αιτίας του βαθμού του, της στρατηγικής σημασίας του θέματος κι ενδεχομένως και της δεσπόζουσας θέσης του στρατού στις Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις.

Εν προκειμένω, το κρίσιμο ερώτημα είναι η κάλυψη της περιοχής της ΝΑ Μεσογείου. Ο Ντεμιρέλ αναφέρει ότι η Νοτιανατολική Μεσόγειος καλυπτόταν από δύο μόνον ραντάρ: το ραντάρ του Ανεμουρίου («Anamur») και το ραντάρ της Αλεξανδρέττας («Iskenderun»). Για τα ραντάρ αυτά αναφέρεται ότι «Το ραντάρ της Ανάμουρ είναι ένα φουκαριάρικο παλαιοτάτου τύπου ραντάρ. Το ραντάρ της Ισκέντερουν εγκαταστάθηκε σε λάθος τόπο».[vi] Αν και ο τύπος του ραντάρ δεν κατονομάζεται, στην πηγή αναφέρεται αμέσως μετά «το ραντάρ του Αχλατλίμπελ στην Άγκυρα, που ήταν μοντέλο του 1940». Είναι γνωστό ότι πριν από την εισβολή μετακινήθηκε κινητός σταθμός ραντάρ από τη Σελεύκεια στο Ανεμούριο, ο τύπος και η εμβέλεια του οποίου είναι άγνωστα· μάλιστα, η ανάπτυξη του ραντάρ στο Ανεμούριο θεωρήθηκε από το κλιμάκιο της ΚΥΠ στην Κύπρο σαφής ένδειξη περί  επικείμενης τουρκικής επιχείρησης.[vii] Από τον συνδυασμό των στοιχείων ότι (α) το ραντάρ θεωρούταν «φουκαριάρικο, παλαιοτάτου τύπου» και ότι ήταν κινητό, συνάγεται ότι η εμβέλεια αποκάλυψής του δεν μπορεί να ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. Το ραντάρ της Αλεξανδρέττας, επί του όρου Αμανός, λόγω γεωγραφικής θέσης, δεν θα μπορούσε να συμβάλει στην επιτήρηση του χώρου δυτικά της Κύπρου, ακόμη κι αν δεν είχε πρόβλημα η τοποθεσία εγκατάστασής του. Τα μοναδικά δύο ραντάρ επιτήρησης στη ΝΑ Μεσόγειο που αναφέρονται είναι τα δύο προαναφερθέντα,  τα επόμενα δύο ήταν τοποθετημένα στη Σμύρνη και στα Δαρδανέλια, ενώ τα υπόλοιπα ήταν τοποθετημένα προς την Σοβιετική Ένωση (ραντάρ Αθήνας («Pazar»), Βώνας («Perşembe»), Αιγιαλού («Ayancık»), Παρθενίας («Bartın»), Αρκαδιούπολης («Lüleburgaz»), Νικομήδειας («Izmit»), Κοτυαίου («Kütahya»), Άγκυρας («Ankara – Ahlatlibel»), Θεοδοσιούπολης («Ερζερούμ») και «Σαρκισλά». Το σύνολο των αναφερομένων ονομαστικά ραντάρ είναι δέκα τέσσερα (14), ενώ γίνεται ρητή αναφορά σε δέκα έξι (16) ραντάρ· είναι πάντως σαφές ότι τα δύο ελλίποντα ραντάρ δεν μπορεί να βρίσκονται στη νοτιοδυτική ή νότια Τουρκία, αφού η αναλυτική αναφορά γίνεται ακριβώς για να καταδείξει το πρόβλημα της κάλυψης του χώρου της ευρύτερης περιοχής της Κύπρου, και στην αλυσίδα ραντάρ Μεσογείου-Αιγαίου αναφέρονται ρητά και διεξοδικά τα ραντάρ Αλεξανδρέττας-Ανεμουρίου-Σμύρνης-Δαρδανελίων. Η πληροφορία περί ανυπαρξίας ραντάρ μεταξύ Ανεμουρίου και Σμύρνης κατά την εποχή εκείνη αλλά και αρκετά αργότερα, επιβεβαιώθηκαν στον γράφοντα από πρώην αξιωματικό πληροφοριών του ΕΣ που ήταν σε θέση να γνωρίζει τη διάταξη των τουρκικών ραντάρ.

Επιπλέον, και πάλι στην ίδια πηγή δίνεται σαν χρόνος από τον χαρακτηρισμό ενός ίχνους ως εχθρικού μέχρι την κινητοποίηση (απογείωση) μαχητικών αναχαίτησης «τουλάχιστον δέκα πέντε λεπτά». Η αναφορά αυτή συμφωνεί με γενικότερη διαπίστωση που αναφερόταν σε Νατοϊκές εκθέσεις  της εποχής (και μεταγενέστερα), στις οποίες επισημαίνονταν ότι το σύστημα αεράμυνας της Τουρκίας έπασχε στις ραδιοτηλεπικοινωνίες για την μετάδοση της πληροφορίας.

Από πλευράς αεροδρομίων, είναι άγνωστος ο συνολικός αριθμός που διέθετε η ΤΑ το 1974, και ο βαθμός στον οποίον ήταν αξιοποιήσιμα. Πέραν των οκτώ (8) μεγάλων αεροδρομίων όπου έδρευαν οι οκτώ πτέρυγες μάχης της ΤΑ, κατά την επιχείρηση στην Κύπρο χρησιμοποιήθηκαν τρία ακόμη προκεχωρημένα αεροδρόμια για μετασταθμεύσεις αεροσκαφών στον νότο, τα αεροδρόμια της Αττάλειας, Ικονίου και Αδάνων (αμερικανιή αεροπορική βάση “Incirlik”). Τα τουρκικά αεροδρόμια δεν διέθεταν ενισχυμένα υπόστεγα αεροσκαφών.

Επιχειρησιακή Ικανότητα

Η ακριβής αποτίμηση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων μίας αεροπορικής δύναμης είναι εξαιρετικά δύσκολη όταν κανείς δεν γνωρίζει τη λειτουργία και την απόδοσή της εκ των έσω. Επιπλέον, η αποτίμηση της ικανότητας της κάθε πλευράς εκ μέρους του αντιπάλου της μπορεί να επηρεαστεί, ακόμη και υποσυνείδητα, από τις προκαταλήψεις της κάθε πλευράς. Θα γίνει μία απόπειρα για την όσο το δυνατόν πιο ουδέτερη και αντικειμενική αποτίμηση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων της κάθε πλευράς.

Κατά την εποχή εκείνη, τα αεροσκάφη διέθεταν διακριτούς ρόλους (αναχαίτιση – βομβαρδισμός), τόσο ως προς το υλικό όσο και ως προς την εκπαίδευση.

Για τις επιδόσεις της ΤΑ στον ρόλο αναχαίτισης δεν μπορούν από τις επιχειρήσεις της Κύπρου να συναχθούν αποτελέσματα, μιας και δεν έλαβαν χώρα εμπλοκές αεροσκαφών με πυρά, με εξαίρεση το γνωστό περιστατικό Δινόπουλου-Σκαμπαρδώνη στο Αιγαίο. Το περιστατικό είναι ενδεικτικό για τη χαμηλή ικανότητα της ΤΑ στον ρόλο αυτόν, όμως αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό το οποίο θα μπορούσε να συμπτωματικό, αν και το πιθανότερο είναι ότι στην εμπλοκή αυτή θα πρέπει, από τουρκικής πλευράς, να συμμετείχαν όχι άπειροι χειριστές. Κατά το 1974 δεν ήταν γνωστός κανένας συστηματικός παράγων στην τουρκική εκπαίδευση σε αντικείμενα αναχαίτισης που θα μπορούσε να αποδίδει μία ιδιαίτερη ικανότητα στο αντικείμενο αυτό. Απ’ όσο ήταν γνωστό, Τούρκοι χειριστές είχαν εκπαιδευτεί σποραδικά από Αμερικανούς χειριστές στα σχετικά αντικείμενα, όπως ακριβώς και με την ΠΑ. Μάλιστα, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η «θητείας» της Πολεμικής αεροπορίας στη Βρετανική Βασιλική Αεροπορία κατά τον Β’ ΠΠ -του οποίου η λήξη απείχε μόλις τριάντα χρόνια από τα γεγονότα της Κύπρου- προσέδιδε κάποια μεγαλύτερη πείρα και επαφή με πραγματικές επιχειρήσεις. Η μεταγενέστερη βαθιά υποτίμηση των Ελλήνων χειριστών για τους «μπούφους» σχετίζεται ασφαλώς και με το ποιοτικό άλμα που εκτέλεσε η ΠΑ μετά το ’74, μετά την εκπαίδευση πολεμικού σταδίου των χειριστών που παρέλαβαν τα Phantom στις ΗΠΑ και την ίδρυση του Σχολείου Όπλων και Τακτικής. Η προηγούμενη μετριότατη εικόνα που είχαν οι Έλληνες χειριστές για τους Τούρκους αντιστοίχους τους, προερχόμενη από συνεκπαιδεύσεις στο πλαίσιο «συμμαχικών» ανταλλαγών και εμπλοκών στο Αιγαίο, πιθανότατα αντιστοιχεί, λίγο ή πολύ, σε αντικειμενικά συμπεράσματα, και υπάρχει ένα όριο στον βαθμό που ακόμη και αυτές θα μπορούσαν να είναι υποκείμενες σε προκατάληψη των Ελλήνων χειριστών.

Αυτό που είναι, όμως, εντυπωσιακό, είναι μία από τις ελάχιστες γνωστές αναφορές της Αμερικανικής Αεροπορίας επί των ικανοτήτων της Τουρκικής Αεροπορίας. Η έκθεση με τίτλο: “Combined NATO Operations With the Turkish Air Force: An Alliance Weakness συντεταγμένη ως ερευνητική εργασία τον Μάρτιο του 1984 από τον (τότε) Σμήναρχο της Αμερικανικής Αεροπορίας Samuel Porter στην Αμερικανική «Εθνική Σχολή Πολέμου», κάνει μία αποτίμηση των επιχειρησιακών ικανοτήτων της Τουρκικής Αεροπορίας. Η εμπειρία και η καταλληλότητά του για το θέμα αυτό είναι αναμφισβήτητες: το 1980 ήταν διοικητής μίας από τις μοίρες της Αμερικανικής Αεροπορίας στην Ευρώπη που μεταστάθμευαν περιοδικά στην αμερικανο-τουρκική αεροπορική βάση των Αδάνων, ενώ τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους ήταν επικεφαλής των αεροπορικών δυνάμεων της βάσης για την κοινή άσκηση ΗΠΑ-Τουρκίας-Ιταλίας “Display Determination”. Η αποτίμηση του αφορά συνεπώς την κατάσταση της ΤΑ έξι (6) έτη μετά την εισβολή, και προέρχεται από έναν Αμερικανό στρατιωτικό ο οποίος έχει εμφανώς φιλική προς τους τούρκους συναδέλφους του διάθεση και τη «δέουσα» για έναν πολιτικά σημαντικό σύμμαχο προσοχή. Η εκτίμηση όμως του σμηνάρχου για την ποιότητα της ΤΑ είναι εντυπωσιακή: η βασική ικανότητα που τους πιστώνει είναι «να διεξαγάγουν αποτελεσματικές επιχειρήσεις αέρος-εδάφους, συμπεριλαμβανομένων αποστολών εγγύς αεροπορικής υποστήριξης και αεροπορικής απαγόρευσης, σε περιβάλλον χαμηλών έως μετρίων απειλών. Οι πέντε μοίρες F-4E που έχουν είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές στον ρόλο αυτόν. Έχουν επίσης αναπτύξει μία βασική (basic) δυνατότητα αεράμυνας (air defense) χρησιμοποιώντας αμερικανικής κατασκευής F-5. Είναι κυρίως ικανότητα αποκλειστικά ημέρας, εναντίον μη ελισσομένων στόχων (nonmaneuvering targets)· πάντως μετατρέπουν τη μία μοίρα F-4E σε ρόλο δίωξης, κάτι που θα τους προσδώσει νυκτερινή και παντός καιρού δυνατότητα».[viii] Αφού παρέχει κι άλλες ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες, καταλήγει ότι «Αν και κάνει προόδους, η ΤΑ απέχει πολύ (“is a long way”) από του να είναι ετοιμοπόλεμη (“combat ready”) στο σημαντικό πεδίο αποστολών της αεροπορικής υπεροχής».[ix] Υπό το φως και αυτών των διαπιστώσεων από έναν «φίλο», οι εκτιμήσεις των Ελλήνων αεροπόρων για το επίπεδο της ικανότητας της ΤΑ όπως ήταν ήδη πριν από την Εισβολή και όπως διαμορφώθηκαν και από τα ίδια τα γεγονότα της εισβολής, φαίνονται απολύτως ρεαλιστικές. Επιπλέον, επιβεβαιώνονται από τις σταθερά, μέχρι πρόσφατα (πραξικόπημα Ερντογάν), χαμηλές επιδόσεις της ΤΑ στην εναέρια μάχη, όπως αυτές είναι γνωστές στους Έλληνες χειριστές από το Αιγαίο και τη συμμετοχή σε συμμαχικές δραστηριότητες.

Η εκ των υστέρων εξέταση της επίδοσης της Τουρκικής Αεροπορίας στην Κύπρο γενικώς επιτείνει την προηγούμενη εκτύπωση. Στην Εισβολή, η Τουρκική Αεροπορία δοκιμάστηκε αποκλειστικά σε ρόλους αέρος-εδάφους, ειδικότερα σε ρόλο βομβαρδισμού, απαγόρευσης πεδίου μάχης, εγγύς αεροπορικής υποστήριξης και υποστήριξης ναυτικών επιχειρήσεων. Στον ρόλο βομβαρδισμού, η ΤΑ εκτέλεσε με επιτυχία τετριμμένες αποστολές προσβολής στατικών στόχων χωρίς καμία αντιαεροπορική άμυνα, ενώ η προσβολή των δύο σταθμών ραντάρ υπήρξε μάλλον απογοητευτική, ειδικά αν συνυπολογιστεί η υψηλή προτεραιότητα που λογικά θα είχαν στον τουρκικό σχεδιασμό. Στον ρόλο της απαγόρευσης πεδίου μάχης η ΤΑ σημείωσε τη μοναδική της σημαντική επιτυχία με την καταστροφή του 286 Μηχανοκίνητου Τάγματος Πεζικού. Το γεγονός, φυσικά, ότι εντοπίστηκε και καταστράφηκε μία μεγάλη φάλαγγα οχημάτων υπό το φως της ημέρας, χωρίς αντιαεροπορική προστασία, σε έδαφος πεδινό και ακάλυπτο σημαίνει ότι δεν απαιτήθηκε ιδιαίτερη δεξιότητα. Από την άλλη, οι περιγραφές των συγκρούσεων κατά το διήμερο 20-22 Ιουλίου δείχνουν συνεχή παρουσία και ψυχολογική πίεση εκ μέρους της ΤΑ αλλά όχι σημαντικά πραγματικά αποτελέσματα. Στην προσπάθεια προσβολής μίας νηοπομπής που αρχικά θεωρήθηκε από τους τούρκους ότι αποτελείται από 11 πλοία, η ΤΑ κινητοποίησε σαράντα τέσσερα (44) αεροσκάφη[x] -σε εφαρμογή τυπικού σχεδιασμού τεσσάρων αεροσκαφών ανά πλοίο. Τα σαράντα τέσσερα αεροσκάφη τελικά επιτέθηκαν σε τρία, συνολικά αντιτορπιλικά. Το αποτέλεσμα της σφοδρής αυτής επίθεσης υπήρξε η βύθιση του ενός πλοίου και η πρόκληση ζημιών στα άλλα δύο – αποτέλεσμα μάλλον απογοητευτικό για την ένταση της επίθεσης και τη συγκέντρωση αεροσκαφών. Με άλλα λόγια, σε μία σαφώς οριοθετημένη αποστολή, που ήταν δυνατόν να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα της ΤΑ, η επίδοσή της υπήρξε μάλλον χαμηλή.

Από πλευράς εξοπλισμού, τα μαχητικά αεροσκάφη που διέθεταν ήταν περίπου ίδια με αυτά της ΠΑ. Οι μοίρες αναχαίτισης ήταν εφοδιασμένες με τα ίδια αεροσκάφη, ενώ το βασικό τους πλεονέκτημα ήταν η ανωτερότητα του αεροσκάφους που εξόπλιζε τις μοίρες βομβαρδισμού, το F-100, με βελτιωμένα χαρακτηριστικά έναντι του αεροσκάφους F-84F της ΠΑ στον ίδιον ρόλο. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην ΤΑ τα αεροσκάφη F-100 έχουν αντικαταστήσει πλήρως τα προηγουμένως χρησιμοποιούμενα F-84F.

Άλλο κρίσιμο σημείο της επιχειρησιακής ικανότητας της Τουρκικής Αεροπορίας το 1974 αποτελεί ο βαθμός επάρκειας και το επίπεδο ικανότητας του Συστήματος Αεροπορικού Ελέγχου της. Το σημείο αυτό έχει σημασία για να αξιολογηθεί η ικανότητα της ΤΑ να αντιδράσει σε ενδεχόμενες Ελληνικές αεροπορικές επιχειρήσεις στην Κύπρο. Η συνήθης αναφορά στο τουρκικό ΣΑΕ αφορά «δεκαέξι ραντάρ». Το στοιχείο αυτό είναι απολύτως ανεπαρκές καθ’ εαυτό για να αποδώσει την ικανότητα του συστήματος, και ιδίως την κάλυψη που παρείχε στην περιοχή της Μεσογείου. Ο Μπεντρεντίν  Ντεμιρέλ, ο μόνος Τούρκος αξιωματικός, και μάλιστα υψηλόβαθμος, που εξέδωσε αναμνήσεις για την Εισβολή, στο βιβλίο του[xi] εκφράζει εξαιρετικά έντονη δυσφορία για την ανεπάρκεια της διάταξης του τουρκικού ΣΑΕ, και μάλιστα σε ό,τι αφορά την κάλυψη του ελληνικού χώρου. Τα προβλήματα που ρητώς αναφέρει είναι η ανεπάρκεια της επιτήρησης του Αιγαίου, η απόλυτη ανεπάρκεια της τήρησης του χώρου της Μεσογείου (μεταξύ Κρήτης και Κύπρου), και οι πολύ περιορισμένες δυνατότητες ελέγχου που το σύστημα παρείχε, δηλαδή: πολύ αργούς χρόνους κινητοποίησης των μαχητικών και πολύ περιορισμένες δυνατότητες ελέγχου μαχητικών αναχαιτίσεως. Ειδικότερα, ο Ντεμιρέλ αναφέρει ότι ο χώρος του Αιγαίου επιτηρείται ανεπαρκώς από τα ραντάρ των Δαρδανελίων και της Σμύρνης. Κανένα άλλο ραντάρ δεν αναφέρεται νοτιότερα· το επόμενο ρητώς αναφερόμενο ραντάρ είναι το ραντάρ του Ανεμουρίου. Μάλιστα, αναφέρει ρητώς ότι «Στο Αιγαίο υπήρχαν τα ραντάρ του Τσανάκκαλε και της Σμύρνης, και στη Μεσόγειο τα ραντάρ της Ανάμουρ και της Ισκέντερουν»[xii]. Εν συνεχεία αναφέρει ότι «Σκέφτηκε για μια στιγμή ότι οι Έλληνες θα έστελναν στην Κύπρο μερικές μοίρες ναυτικού και τρόμαξε. Αλλά υπήρχε το ραντάρ της Ανάμουρ.»[xiii] Όπως προαναφέρθηκε, ο Ντεμιρέλ χαρακτηρίζει το ραντάρ αυτό «φουκαριάρικο, παλαιότατου τύπου»[xiv]. Πρέπει να αναφερθεί ότι ο Ντεμιρέλ κάνει κι αυτός ρητή αναφορά στα «δεκαέξι ραντάρ» του τουρκικού ΣΑΕ, αλλά κατονομάζει μόνον τα δεκατέσσερα.  Σε ότι αφορά τις δυνατότητες ελέγχου και διοικήσεως του ΣΑΕ, αυτές αναφέρονται ως ιδιαίτερα προβληματικές, τόσο σε ό,τι αφορά τους χρόνους αντιδράσεως των αεροσκαφών μετά από την ταυτοποίηση ιχνών, όσο και σε ό,τι αφορά το πλήθος των ταυτόχρονων αναχαιτίσεων που είναι δυνατόν να διαχειρίζονται ταυτόχρονα.

Στην κατάθεση του επικεφαλής του κλιμακίου της ΚΥΠ/Ε στην Κυρήνεια Αλεξανδρου Σημαιοφορίδη στη Βουλή των Ελλήνων, αναφέρεται ότι «το ραντάρ στο Ανεμο[ύ]ριο που ήταν πρώτα στη Σελεύκεια έγινε μετά μόνιμο και ήταν κινητό»[xv]. Είναι η μόνη αναφορά σε ραντάρ που γίνεται από ελληνικής πλευράς, σε ότι αφορά το τουρκικό ΣΑΕ, και μάλιστα φαίνεται να αφορά την ενέργεια που εμπίπτει στην τουρκική κινητοποίηση εν όψει εκτέλεσης εισβολής στην Κύπρο.

Πολεμική Αεροπορία

Δυνάμεις

Παραδόξως, η δύναμη της ΠΑ σε μαχητικά το καλοκαίρι του 1974 δεν είναι εύκολο να εκτιμηθεί. Όχι μόνον δεν υπάρχουν συγκεντρωτικές καταστάσεις της δυνάμεώς της, αλλά υπάρχει και κάποια σύγχυση που ενδεχομένως να οφείλεται στην έναρξη της χρήσης των αεροσκαφών F-4E και στην αναδιοργάνωση που αυτή προκαλούσε.

Κορμός της Πολεμικής Αεροπορίας (ΠΑ) ήταν οι έντεκα (11) μοίρες μαχητικών αεροσκαφών που διέθετε. Από αυτές, οι πέντε (5) ήταν μοίρες αναχαιτίσεως, με άλλα λόγια είχαν ρόλο αέρος-αέρος, οι πέντε (5) ήταν μοίρες βομβαρδισμού, ενώ υπήρχε και μία μοίρα διώξεως/βομβαρδισμού. Όπως προαναφέρθηκε, οι ρόλοι την εποχή εκείνη ήταν διακριτοί, παρά τον χαρακτηρισμό των μοιρών βομβαρδισμού ως «διώξεως/βομβαρδισμού», που οφειλόταν σε λόγους παράδοσης. Η μόνη πραγματική μοίρα «διώξεως/βομβαρδισμού» ήταν η 339 Μοίρα, με αεροσκάφος που ήταν πραγματικά διπλού ρόλου και με εκπαίδευση των πληρωμάτων και στους δύο ρόλους.[xvi]

Οι πέντε (5) μοίρες αναχαίτισης αναλύονταν σε τέσσερεις (4) μοίρες «αναχαιτίσεως ημέρας» εξοπλισμένες με αεροσκάφη F-5A -και RF-5A (337, 341, 343, 349 MAH) και μία μοίρα «αναχαιτίσεως παντός καιρού» εξοπλισμένη με αεροσκάφη F-102A (342 ΜΑΠΚ).

Οι πέντε (5) μοίρες βομβαρδισμού αναλύονταν σε δύο (2) μοίρες εξοπλισμένες με F-104G (335 και 336 ΜΔΒ) και τρεις (3) μοίρες εξοπλισμένες με F-84F (340, 344 και 345 ΜΔΒ). Στις τρεις τελευταίες μοίρες, και ειδικότερα στην 340 ΜΔΒ, υπάρχει, απ’ ό,τι φαίνεται, μία σημαντική οργανωτική ανωμαλία: Καθώς η ΠΑ είναι στη φάση της μετάβασης των 338 και 339 Μοιρών σε Phantom, αυτές έχουν αφήσει τα προηγούμενα αεροσκάφη τους F-84F στην 340 Μοίρα (στη Σούδα), η οποία τα διατηρεί επιχειρησιακά. Προφανώς πρόκειται για μία «ενδιάμεση» λύση, προκειμένου να μη μειωθεί η οροφή της ΠΑ κατά την κρίσιμη περίοδο των εντάσεων του ’73-74. Έτσι στην 115 Πτέρυγα Μάχης, στη Σούδα, δημιουργείται μία μοίρα «μαμούθ» η οποία, αντί του μέσου αριθμού είκοσι (20) αεροσκαφών, θα πρέπει να διέθετε περί τα εξήντα (60) αεροσκάφη F-84F. Το πόσο λειτουργική ήταν μία τέτοια διευθέτηση είναι ένα ενδιαφέρον ερώτημα. Είναι ενδεικτικό ότι όταν η 340 αποστέλλει κλιμάκιο στο Καστέλι για την εκτέλεση της αποστολής που προβλέπει το σχέδιο «Κ», αυτό λαμβάνει την ονομασία 340.2 και αποτελείται από είκοσι (20) αεροσκάφη. Σε κάθε περίπτωση, τον Ιούλιο του ΄74 η ΠΑ διαθέτει εν ενεργεία περίπου εκατό (100) F-84F, από τα οποία  περίπου 20 ανήκουν στην 344 ΜΔΒ στη Λάρισα, ενώ ογδόντα (80) περίπου αεροσκάφη βρίσκονται στην Κρήτη, σε δύο μοίρες, στην 345 ΜΔΒ και στην «μαμούθ» 340 ΜΔΒ.

Τέλος, η ΠΑ διαθέτει μία μοίρα πραγματικά διπλού ρόλου, την 339 Μοίρα, εξοπλισμένη με 22 (εν ενεργεία και διαθέσιμα) αεροσκάφη F-4E. Επισημαίνεται ότι η σύνθεση αυτή ήταν ενισχυμένη, καθώς η προβλεπόμενη σύνθεση των μοιρών των Phantom ήταν δέκα οκτώ (18) αεροσκάφη, συνεπώς η 339 διέθετε μία τετράδα παραπάνω από την προβλεπόμενη δύναμή της.

Η μάχιμη δύναμη της ΠΑ διοικούταν από την 28η Τακτική Αεροπορική Διοίκηση, τη βασική, δηλαδή, επιχειρησιακή διοίκηση, η οποία είχε στη διάθεσή της και την 348 Μοίρα Τακτικής Αναγνωρίσεως με αεροσκάφη RF-84F.

Από αντιαεροπορικής απόψεως, η ΠΑ διέθετε μία πλήρη μονάδα Νίκη-Ηρακλής για την προστασία της περιοχής του Λεκανοπεδίου Αττικής. Η μονάδα αυτή συμπληρωνόταν από μία υπερσύγχρονη για την εποχή της μονάδα Hawk, η οποία ενίσχυε κατακόρυφα την αποτελεσματικότητα της προστασίας του Λεκανοπεδίου.

Από πλευράς Συστήματος Αεροπορικού Ελέγχου, η ΠΑ διέθετε ένα δίκτυο σταθμών ραντάρ που παρείχε επαρκή κάλυψη καθώς και διοίκηση και έλεγχο στον ελλαδικό χώρο. Ιδιαίτερη σημασία για επιχειρήσεις σχετιζόμενες με την Κύπρο είχε ο σταθμός έγκαιρης προειδοποίησης της Ζήρου, που παρείχε εικόνα -αναλόγως και του ύψους- σε ακτίνα 250 ν.μ. Η ΠΑ διέθετε και «επέκταση» του δικτύου αυτού στην Κύπρο, με το Αεροπορικό Κέντρο Ελέγχου και τις 3η ΜΣΕΠ (Κορμακίτης) και 4η ΜΣΕΠ (Καντάρα). Από αυτά η 3η ΜΣΕΠ παρείχε τη βασική αεροπορική εικόνα με επαρκή εμβέλεια (έτεμνε την κάλυψη του ραντάρ της Ζήρου).  Τα δύο ραντάρ των ΜΣΕΠ της Κύπρου βρίσκονταν, όμως, σε χώρο όπου η ΤΑ θα αποκτούσε σχεδόν αμέσως αεροπορική υπεροχή, αν όχι κυριαρχία, ενώ θα αποτελούσαν στόχο απόλυτης προτεραιότητας για τον αντίπαλο, συνεπώς η επιβίωσή τους ήταν εξαιρετικά απίθανη μετά την έναρξη των επιχειρήσεων.

Είναι αξιοσημείωτο ότι η Αεροπορική Διοίκηση Κύπρου (ΑΔΚ) διέθετε Σταθμό Επαφής, δηλαδή κινητή ομάδα διαβιβάσεων που μπορούσε να αποκαθιστά επικοινωνία με αεροσκάφη της ΠΑ και να τα καθοδηγεί για τη διενέργεια επιθέσεων. Τα μέσα του Σταθμού και οι τεχνικές δυνατότητες είναι άγνωστες.

Από πλευράς Συστήματος Αεροπορικού Ελέγχου, και σε ότι έχει ειδικά σχέση με την Κύπρο, υφίστανται τρεις μονάδες που έχουν σημασία:

  • Ο Σταθμός Έγκαιρης Προειδοποίησης της Ζήρου (“E/W Ziros”) με ραντάρ έρευνας 2D τύπου RV-377 ραντάρ ύψους τύπου S-244N.[xvii]
  • Η 3η Μοίρα Συστήματος Εγκαίρου Προειδοποιήσεως (ΜΣΕΠ) στον Κορμακίτη, υπαγόμενο στην Αεροπορική Διοίκηση Κύπρου (ΑΔΚ).[xviii]
  • Η 4η Μοίρα Συστήματος Εγκαίρου Προειδοποιήσεως (ΜΣΕΠ) στην Καντάρα, επίσης υπαγόμενη στην ΑΔΚ.[xix]

Το Σταθμός της Ζήρου εκτιμάται ότι είχε ακτίνα αναγνώρισης περί τα 250 ν.μ., η 3η ΜΣΕΠ ήταν η κύρια μονάδα αεροπορικού ελέγχου παρέχοντας εμβέλεια αεροπορικών στόχων 160 ν.μ., ενώ η 4η ΜΣΕΠ ήταν η δευτερεύουσα μονάδα που εκτιμάται ότι είχε εμβέλεια για αεροπορικούς στόχους της τάξης των 70 ν.μ.[xx]

Βασική αποστολή των δύο ΜΣΕΠ της ΑΔΚ ήταν να δώσουν έγκαιρη προειδοποίηση στο ΓΕΕΦ για τουρκική επίθεση, αποστολή που εκτέλεσαν άψογα – και ανώφελα. Παραδόξως, η 4η ΜΣΕΠ (Καντάρας) δεν εξουδετερώθηκε κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων και συνέχισε να παρέχει εικόνα στο Αεροπορικό Κέντρο Ελέγχου του ΓΕΕΦ, πλην όμως η εικόνα της 4ης ΜΣΕΠ δεν παρείχε εικόνα χρήσιμη για τις αεροπορικές επιχειρήσεις (εκτιμάται ότι πρέπει να ήταν γύρω στα 60 ν.μ., στο τόξο που έβλεπε). Τα ραντάρ των ΜΣΕΠ της ΑΔΚ ήταν δύο στατικοί στόχοι σε περιοχή που η ΤΑ θα αποκαθιστούσε άμεσα αεροπορική κυριαρχία και, καθώς ήταν προεπισημασμένοι στόχοι και μάλιστα πολύ υψηλής προτεραιότητας, θα πρέπει εκ των προτέρων να θεωρούνταν απίθανο να συνεχίσουν να λειτουργούν μετά την έναρξη των επιχειρήσεων. Για τον λόγο αυτόν, δεν φαίνεται να είχε ληφθεί υπ’ όψιν η εκμετάλλευσή τους κατά τον σχεδιασμό αεροπορικών επιχειρήσεων στην Κύπρο.

Επιχειρησιακή Ικανότητα

Η αποτίμηση της συνολικής επιχειρησιακής ικανότητας της Πολεμικής Αεροπορίας το 1974 αποτελεί ένα δύσκολο ζήτημα. Αν παραμείνει στα βασικά δεδομένα και αγνοήσει εκτιμήσεις άνευ νοήματος αλλά και προφανούς σκοπιμότητας, όπως του Αρχηγού Αεροπορίας Παπανικολάου ότι «η μαχητική ικανότητα της ΠΑ το 1974 ήταν το 40% της δυνάμενης να επιτευχθεί», τότε τα βασικά στοιχεία που καθορίζουν την αποτελεσματικότητά της είναι τα εξής:

  1. Το επίπεδο του προσωπικού ήταν αυτό των δεκαετιών του ’50, ’60 και ’70, σποραδικά εξαιρετικό, με προβλήματα λόγω του τρόπου εισαγωγής των στελεχών στις παραγωγικές σχολές και, επιπλέον, λόγω κομματισμού. Επισημαίνεται ότι οι επιπτώσεις στην πειθαρχία, τη συνοχή και τον επαγγελματισμό της Αεροπορίας εξ αιτίας της δικτατορίας υπήρξαν πολύ περιορισμένες.
  2. Το επίπεδο της εκπαιδεύσεως βρισκόταν στα προ της έλευσης των μετεκπαιδευμένων στις ΗΠΑ χειριστών. Ήταν το επίπεδο μίας αεροπορίας που δεν βρισκόταν στην αιχμή της τεχνολογίας, της εκπαίδευσης και της τακτικής από πλευράς ΝΑΤΟ, αλλά μίας «δευτερεύουσας συμμαχικής» αεροπορίας που οι ΗΠΑ ανέλαβαν να εξοπλίζουν και να εκπαιδεύουν προκειμένου να έχει «όγκο» και περιφερειακή παρουσία η συμμαχία τους. Η εκπαίδευση στο εξωτερικό, δηλαδή στην πηγή των αεροπορικών εξελίξεων ήταν σπάνια, ενώ η εκπαίδευση στο εσωτερικό ήταν εντατική, με εξωφρενικές για τα σημερινά δεδομένα ώρες πτήσεων των χειριστών, βοηθούντος του χαμηλού κόστους του χρόνου πτήσεως.

Χαρακτηριστική εξαίρεση στο γενικό αυτό επίπεδο αποτέλεσαν οι χειριστές των 338 και 339 Μοιρών που μετέβησαν το 1974 στις ΗΠΑ για εκπαίδευση και οι οποίοι εκτέλεσαν ένα τεράστιο ποιοτικό άλμα που εισήγαγε γενικά την ΠΑ στη σύγχρονη εποχή. Οι χειριστές που μετέβησαν στις ΗΠΑ δεν επωφελήθηκαν απλώς από την εξαιρετικά εντατική εκπαίδευση από χειριστές που μόλις επέστρεφαν από το Βιετνάμ. Το πιο σημαντικό είναι ότι διδάχτηκαν τακτικές που είχαν αναπτυχθεί μόλις πρόσφατα στη μάχη και οι οποίες άλλαζαν ριζικά τον  τρόπο και τη φιλοσοφία της εναέριας μάχης.

Πρέπει να σημειωθεί, όμως, ότι η ΠΑ έλαβε άμεσα μέτρα ώστε οι νέες τακτικές να διασπαρούν άμεσα όσο το δυνατόν ευρύτερα στην ΠΑ. Έτσι, ήδη την άνοιξη του 1974, χειριστές που επέστρεφαν από τις ΗΠΑ διέτρεξαν όλες τις πολεμικές μοίρες της ΠΑ κι ενημέρωσαν τους χειριστές για τις νέες τακτικές. Ήδη από το τέλος της άνοιξης και τις αρχές του θέρους του 1974, οι μοίρες της ΠΑ είχαν αρχίσει να εφαρμόζουν νέες τακτικές, τόσο κατά τη δίωξη όσο και κατά τον βομβαρδισμό.

Σε γενικές γραμμές, τόσο οι χειριστές όσο και όλο το προσωπικό έτρεφε μία αίσθηση υπεροχής έναντι των τούρκων ομολόγων τους, που αντλούταν κυρίως από την εμπειρία τους στις μεταξύ τους αντιπαραθέσεις, είτε σε «συμμαχικό» πλαίσιο ανταλλαγών είτε στο Αιγαίο.

  • Από πλευράς υλικού, η Αεροπορία ήταν ένας κλασσικός νατοϊκός οργανισμός της δεκαετίας του ’60 και του ’70, που τροφοδοτούταν με τα αποσυρόμενα από την Αμερικανική Αεροπορία αεροσκάφη. Φυσικά, πρέπει να επισημανθεί ότι κατά τις δεκαετίες εκείνες τα αεροσκάφη σχεδιάζονταν, ετίθεντο σε υπηρεσία και αποσύρονταν με εξαιρετικά γρήγορους ρυθμούς, που δεν έχουν καμία σχέση με τους σημερινούς αντίστοιχους, αφού τα αεροσκάφη ήταν εξαιρετικά απλούστερα και φθηνότερα σε σύγκριση με τα σημερινά. Συνεπώς, ο εξοπλισμός με αποσυρόμενα από αμερικανική χρήση αεροσκάφη δεν είχε την ίδια βαρύτητα που θα είχε σήμερα.

Εξαίρεση σε αυτό το καθεστώς αποτελούσε κατά το θέρος του 1974 η παρουσία μίας μοίρας αεροσκαφών F-4E Phantom στο οπλοστάσιο της Πολεμικής Αεροπορίας. Η παρουσία των Phantom αποτελούσε μία σημαντική διαφοροποίηση για μία σειρά λόγων: ήταν το πρώτο αεροσκάφος που αποκτούσε η ΠΑ με απ’ ευθείας αγορά με εθνικούς πόρους, ήταν το πρώτο σύγχρονο αεροσκάφος που αποκτούσε η ΠΑ -και μάλιστα με χαοτική ποιοτική διαφορά από τα «century fighters» που χρησιμοποιούνταν μέχρι τότε, ήταν το πρώτο σύγχρονο μαχητικό που ετίθετο σε χρήση τόσο σε Ελλάδα όσο και, αργότερα, σε Τουρκία.

Το Στρατηγικό Επίπεδο της Αεροπορικής Αντιπαράθεσης

Κατά την επιχείρηση της Εισβολής στην Κύπρο η Τουρκική Αεροπορία είχε ως αποστολή να υποστηρίξει, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, την αποβατική επιχείρηση και τις εν συνεχεία χερσαίες επιχειρήσεις στο Νησί. Ταυτόχρονα, η Τουρκική Αεροπορία έπρεπε να είναι σε ετοιμότητα να αποτρέψει ή να αντιμετωπίσει ενδεχόμενο ελλαδικής στρατιωτικής αντίδρασης που θα στρεφόταν ευθέως κατά της Τουρκίας, χωρίς κατ’ ανάγκην να εκδηλωθεί στον χώρο της Κύπρου.

Είναι προφανές ότι οι Αραβικές Χώρες και η Περσία θα τηρούσαν απολύτως φιλική στάση έναντι της Άγκυρας, συνεπώς δεν υπήρχε καμία δέσμευση δυνάμεων ή ανησυχία προς την κατεύθυνση αυτή.

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη οξυδέρκεια για να αντιληφθεί κανείς ότι η Τουρκία δεν ανησυχούσε ιδιαίτερα για την απειλή από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας το καλοκαίρι του 1974. Αφ’ ενός η Σοβιετική Ένωση -εξυπακούεται και η Βουλγαρία- δεν θα είχαν κανέναν απολύτως λόγο να διαταράξουν μία εσωτερική αναταραχή στη Νοτιοανατολική Πτέρυγα του ΝΑΤΟ, αφ’ ετέρου οποιαδήποτε τέτοιου είδους ενέργεια θα ενέπιπτε αμέσως στην αρμοδιότητα των Αμερικανών, οι οποίοι θα έσπευδαν οι ίδιοι να αποτρέψουν τους Σοβιετικούς από παρέμβαση, πράγμα που τους ήταν εύκολο να το κάνουν με πολιτικές πιέσεις ή με κλιμάκωση οπουδήποτε αλλού στον κόσμο.

Η ιδιομορφία της αντιπαράθεσης με την Ελλάδα στην Κύπρο παρείχε στους Τούρκους ένα σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα: Καθώς η Κύπρος ήταν τυπικά ένα ανεξάρτητο κράτος, παρά την de facto ελληνική κυριαρχία και την έντονη εκεί παρουσία ελλαδικών στρατιωτικών δυνάμεων, το νησί δεν αποτελούσε μέρος του Ελληνικού Κράτους. Σε συνδυασμό με τις άλλες πολιτικές περιπλοκές, αυτό σήμαινε ότι ενδεχόμενη τουρκική πολεμική ενέργεια στην Κύπρο δεν κλιμακωνόταν αυτόματα σε ελληνοτουρκικό πόλεμο. Το ενδεχόμενου ελληνοτουρκικού πολέμου προφανώς δεν μπορούσε να αποκλειστεί, όμως η Τουρκία αντιλαμβανόταν πλήρως τις ελληνικές πολιτικές και στρατιωτικές δυσκολίες της αυτόματης κλιμάκωσης, και προφανώς επεδίωκε να τις εκμεταλλευτεί, τόσο πολιτικά όσο και στρατιωτικά.

Η Τουρκία είχε επιλέξει να προβεί σε πολεμική ενέργεια σε έναν οιονεί απομονωμένο γεωγραφικά χώρο, την Κύπρο, όπου μπορούσε, λόγω γεωγραφικής διαμόρφωσης, να αποκαταστήσει σχεδόν αυτόματα αεροναυτική υπεροχή, και έχοντας στρέψει εκεί όλο το ναυτικό δυναμικό της και, εξ ανάγκης, το μεγαλύτερο μέρος του αεροπορικού της δυναμικού. Από στρατηγικής απόψεως δεν είχε κανέναν λόγο και καμία δυνατότητα να διασπάσει την προσπάθειάς της, κλιμακώνοντας σε ελληνοτουρκική πολεμική σύγκρουση, δημιουργώντας δύο διαφορετικά θέατρα επιχειρήσεων που αδυνατούσε να υποστηρίξει, και πυροδοτώντας ανεξέλεγκτες κι επικίνδυνες πολιτικές και στρατιωτικές επιπλοκές. Αντιθέτως, το πρόσχημα της Κυπριακής «Ανεξαρτησίας» της επέτρεπε να περιορίσει πολιτικά και στρατιωτικά την πολεμική ενέργεια στην Κύπρο. Η Τουρκία προφανώς ανησυχούσε για ελλαδικές στρατιωτικές ενέργειες στην Κύπρο, που ενδεχομένως τις θεωρούσε στρατιωτικά επικίνδυνες μεν, αλλά λόγω γεωγραφικής διαμόρφωσης, αναγκαστικά ασθενείς και πιθανόν διαχειρίσιμες. Σε κάθε περίπτωση, η Τουρκία επεδίωκε: (α) να κρατήσει οριοθετημένη τη σύγκρουση στην Κύπρο, γιατί αυτό ήταν κρίσιμης πολιτικής και στρατιωτικής σημασίας και (β) να αποθαρρύνει ενδεχόμενες ελλαδικές ενέργειες στην Κύπρο, που ευλόγως τις προεξοφλούσε αναγκαστικά ασθενείς, αν μη τι άλλο λόγω της γεωγραφικής απόστασης.

Ειδικότερα για την αεροπορία, ενδεχόμενη κλιμάκωση σε ελληνοτουρκικό πόλεμο ήταν απευκταία και για έναν ειδικότερο επιχειρησιακό λόγο. Η υποστήριξη των επιχειρήσεων στην Κύπρο απαιτούσε το μέγιστο της αεροπορικής υποστήριξης και συνεπώς τη διάθεση εκεί του μεγαλύτερου μέρους των αεροσκαφών βομβαρδισμού. Κλιμάκωση σε ελληνοτουρκικό πόλεμο θα σήμαινε ότι οι μοίρες βομβαρδισμού θα έπρεπε να απαγκιστρωθούν από την Κύπρο -αφήνοντας τις εκεί δυνάμεις χωρίς κρίσιμη αεροπορική υποστήριξη ή με σημαντικά ασθενέστερη- προκειμένου να στραφούν κατά της Πολεμικής Αεροπορίας, και δη κατά των αεροδρομίων της και των υποδομών της, που αποτελούν στόχους απόλυτης προτεραιότητας ή/και της υποστήριξης ενδεχομένων χερσαίων επιχειρήσεων στη Θράκη. Στην καλύτερη περίπτωση, η ΤΑ θα έπρεπε να διασπάσει τις δυνάμεις βομβαρδισμού ανάμεσα στους δύο αυτούς αντικειμενικούς στόχους, παραβιάζοντας τη βασική αρχή της οικονομίας δυνάμεων. Αντιθέτως, λόγω της γεωγραφικής απομόνωσης της Κύπρου, ήταν λογικό η ΤΑ να αναμένει ότι η ΠΑ δεν θα αφιέρωνε ιδιαίτερες δυνάμεις σε αυτό το θέατρο επιχειρήσεων όπου δεν θα ήταν αποτελεσματικές, αλλά θα έστρεφε όλο το δυναμικό της σε καταστροφή της τουρκικής υποδομής καθώς και στην υποστήριξη τυχόν χερσαίων επιχειρήσεων, έστω και περιορισμένων (π.χ. στο Τρίγωνο του Καραγάτς), εξασφαλίζοντας εκεί υπεροχή.

Συνεπώς, σε στρατηγικό επίπεδο, η κρίσιμη προτεραιότητα για την Τουρκία ήταν να κρατήσει «απομονωμένη» τη σύγκρουση στην Κύπρο, αποφεύγοντας πολεμική σύγκρουση με την Ελλάδα. Αποτελεί κρίσιμο ιστορικό ερώτημα εάν έλαβε εγγυήσεις από τρίτους για αυτό. Δευτερεύουσα τουρκική επιδίωξη ήταν η αποφυγή της Ελλαδικής παρέμβασης στην Κύπρο, που πάντως δεν θεωρούνταν ούτε πιθανή, ούτε δεδομένη, αλλά προεξοφλείτο ως αναγκαστικά ασθενής. Η απροθυμία της Τουρκίας να εμπλακεί ταυτόχρονα σε εντατικές επιχειρήσεις στην Κύπρο και να διεξαγάγει και ελληνοτουρκικό πόλεμο είναι ένα δεδομένο που συνάγεται από την απλή ανάλυση των δεδομένων και θα όφειλε να είναι εκ των προτέρων κατανοητό.

Εν όψει των ανωτέρω, το ζήτημα που αντιμετώπιζε η Τουρκική Αεροπορία ήταν το πώς θα κατένειμε τις δυνάμεις της μεταξύ αυτών που θα υποστήριζαν άμεσα τις επιχειρήσεις στην Κύπρο και αυτών που θα τηρούσαν «αποτρεπτική» στάση έναντι της Ελλάδας. Προφανώς οι αεροπορικές δυνάμεις διακρίνονται από ευκινησία και μπορούν να μεταφερθούν εύκολα, όμως στον αεροπορικό πόλεμο, και γενικά υπό τις συνθήκες κρίσης, είναι εξ ίσου κρίσιμη η απαίτηση για άμεση ανταπόκριση τόσο στην αεράμυνα όσο και στον βομβαρδισμό. Η αμεσότητα της αντίδρασης δεν διασφαλίζεται όταν απαιτούνται μετασταθμεύσεις.

Από στρατηγικής απόψεως, είναι αξιοπερίεργο το ότι δεν υπάρχει κάποια ένδειξη για ανησυχία της Τουρκικής πλευράς σε σχέση με τις εξοπλιστικές προόδους της Ελλάδας. Η Ελλάδα, εκμεταλλευόμενη την σημαντική οικονομική ανάπτυξη της εικοσαετίας που είχε παρέλθει, είχε προβεί σε μεγάλες και κρίσιμες εξοπλιστικές αγορές, που άλλαζαν τη φύση και την ισχύ των ΕΔ της. Κατά το καλοκαίρι του 1974 οι αγορές αυτές είχαν μερικώς μόνον προλάβει να αποδώσουν επιχειρησιακά ενεργές δυνάμεις. Από πλευράς ναυτικού είχαν αποκτηθεί πυραυλάκατοι -που παρείχαν κρίσιμα πλεονεκτήματα στο Αιγαίο, τον πιο «ασφαλή» τομέα της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης αλλά για το θέατρο επιχειρήσεων της Κύπρου δεν ήταν ιδιαίτερα σημαντικές, καθώς και υποβρύχια, που ήταν κρίσιμα γιατί παρείχαν το ιδανικό μέσον για θαλάσσια άρνηση στην περιοχή της Κύπρου. Επίσης, υπήρχε μία ετοιμοπόλεμη μοίρα αεροσκαφών Phantom, των οποίων τα χαρακτηριστικά τα καθιστούσαν ιδιαίτερα επικίνδυνα για τις επιχειρήσεις στην Κύπρο. Από όσα είναι γνωστά από την τουρκική πλευρά, δεν φαίνεται να υπήρχε κάποια σχετική ανησυχία – γεγονός που δεν μπορεί να εξηγηθεί απλώς με «πολιτικές» («συνωμοσιολογικές») ερμηνείες. Είτε οι Τούρκοι είχαν άγνοια της επιχειρησιακής διαθεσιμότητας των εν λόγω δυνάμεων, είτε τις υποτιμούσαν -μάλλον από άγνοια παρά από ακριβή αντίληψη- είτε έχουν παρασιωπήσει σχετικές ανησυχίες και προβλέψεις. Πιθανότερο, για διαφόρους λόγους, είναι το πρώτο ενδεχόμενο.

Υπήρχαν δύο βασικοί παράγοντες που επηρέαζαν κατά τρόπο κρίσιμο το στρατηγικό επίπεδο της επιχείρησης στην Κύπρο, τόσο συνολικά όσο και ειδικότερα στον αεροπορικό τομέα. Ο πρώτος παράγων, που αποτελούσε βασικό περιορισμό της τουρκικής επιχείρησης, ήταν το γεγονός ότι αυτή δεν θα διενεργούσε μία απλή χερσαία επίθεση αλλά μια αποβατική επιχείρηση. Από τη φύση της επιχείρησης αυτής προέκυπταν βασικοί περιορισμοί και αδυναμίες της. Ο δεύτερος παράγων, που αποτελούσε βασικό περιορισμό της ελληνικής άμυνας, ήταν το στενό χρονικό περιθώριο εντός του οποίου έπρεπε να εκδηλωθούν βασικές ενέργειες της αμυντικής προσπάθειας. Ο χρόνος αποτελούσε τον βασικό περιοριστικό παράγοντα και την αχίλλειο πτέρνα της ελληνικής άμυνας. Είναι σημαντικό να γίνουν με λεπτομέρεια κατανοητοί οι δύο αυτοί παράγοντες, γιατί εμπλέκονται κατά τρόπο κρίσιμο στη δυνατότητα αεροπορικής επέμβασης της Ελλάδας στην Κύπρο.

Η Αποβατική Επιχείρηση

Ο τουρκικός σχεδιασμός προέβλεπε την εισβολή στην Κύπρο με αποβατική ενέργεια, εγκατάσταση προγεφυρώματος στο νησί και συνένωσή του με τον θύλακα Αγύρτας-Λευκωσίας, την ενίσχυσή των δυνάμεων αποβάσεως και την προέλαση τους για την κατάληψη όσο το δυνατόν μεγαλύτερου μέρους του νησιού, ή δυνατόν μέχρι τη Γραμμή Γκιουνές. Η κατάληψη όλου του νησιού ήταν εκτός του μακροπρόθεσμου στρατηγικού σχεδιασμού της Τουρκίας και θα της δημιουργούσε οξύτατα πολιτικά προβλήματα, άμεσα και μακροπρόθεσμα, συνεπώς μπορεί ρεαλιστικά να θεωρηθεί εκτός των προθέσεών της.

Είναι κρίσιμης σημασίας ότι το στρατιωτικό αυτό εγχείρημα, δηλαδή η διεξαγωγή απόβασης και όχι απλής επίθεσης σε ένα χερσαίο μέτωπο, ήταν εξαιρετικά δύσκολο και στρατιωτικά ευαίσθητο. Η δυσκολία του έγκειται σε τρία βασικά στοιχεία:

(α) μία αποβατική ενέργεια απαιτεί απόλυτη αεροναυτική κυριαρχία της ευρύτερης θαλάσσιας περιοχής στην οποία εκδηλώνεται, δηλαδή της περιοχής από τη βάση εκτοξεύσεως της απόβασης μέχρι την περιοχή του προγεφυρώματος. Η αποβατική ενέργεια απαιτεί τη συνεχή μεταφορά δυνάμεων και εφοδίων από τη βάση εκτοξεύσεώς της μέχρι το προγεφύρωμα, συνεπώς απαιτείται να έχει εξασφαλιστεί απόλυτη αεροπορική και ναυτική κυριαρχία. Σε αντίθετη περίπτωση, είναι εκτεθειμένα τα μεταγωγικά πλοία σε επιθέσεις οι οποίες είναι καταστροφικές και για το ηθικό των αμφιβίων δυνάμεων, και πιθανότατα και για την επιχειρησιακής τους ικανότητα, αφού οι μεταφερόμενες δυνάμεις είναι κρίσιμες για την επίτευξη συγκέντρωσης, ειδικά στις πρώτες φάσεις της απόβασης. Χαρακτηριστικά, κατά τον εικοστό αιώνα δεν εκδηλώθηκε ποτέ ιστορικά αποβατική επιχείρηση με τις δυνάμεις αποβάσεως εκτεθειμένες σε ναυτικές ή αεροπορικές επιθέσεις. Στην απόβαση των Αμερικανών στη Νήσο Γκουανταλκανάλ, σε μία από τις πολύ σπάνιες περιπτώσεις όπου η ναυτική δύναμη που διενεργούσε την απόβαση δέχτηκε επίθεση (η ναυτική δύναμη και όχι οι δυνάμεις προγεφυρώματος), ο επικεφαλής ναύαρχος Φλέτσερ απέσυρε τις ναυτικές δυνάμεις από την περιοχή μετά την απώλεια ενός μεταγωγικού και ενός αντιτορπιλικού – συνολικές απώλειες επί του συνόλου ολόκληρης της ισχυρότατης Ομάδας Μάχης. Επιπλέον, η αποβατική ενέργεια είναι η πιο λεπτή ενέργεια ως προς την απαιτούμενη ακρίβεια για την ανάπτυξη στις ορθές ακτές αποβάσεως καθώς και τον συντονισμό των τμημάτων που θα αποβιβαστούν.

(β) ασχέτως της συνολικής τους ισχύος, οι δυνάμεις απόβασης πρέπει να μεταφερθούν και να αποβιβαστούν με περιορισμένα ναυτικά μέσα, σε πολύ περιορισμένους χώρους και με πολύ βραδύ ρυθμό ανάπτυξης. Όση κι αν είναι η συνολική ισχύς της αποβατικής δυνάμεως, αυτή θα πρέπει να περάσει από τον στενό «λαιμό» των πεπερασμένων και συνήθως περιορισμένων αποβατικών σκαφών, τα οποία επίσης πρέπει να αναπτύξουν τις αποβιβαζόμενες δυνάμεις σε μία καθορισμένη, αντίστοιχα μικρή, περιοχή. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι -ασχέτως της συνολικής της ισχύος της- η αποβατική δύναμη παραμένει αδύναμη για πολύ μεγάλο (με επιχειρησιακά κριτήρια) διάστημα. Η αποβατική δύναμη πρέπει να περάσει από τη «στενωπό» της απόβασης για να αναπτυχθεί, πρώτα από τη «στενωπό» των αποβατικών σκαφών και εν συνεχεία από τη «στενωπό» του προγεφυρώματος.

(γ) η φάση της εγκατάστασης προγεφυρώματος αποτελεί μία εξαιρετικά δύσκολη και λεπτή ενέργεια, μιας και κατά τη φάση αυτή οι αποβιβαζόμενες δυνάμεις διαθέτουν ελάχιστη επιθετική και ακόμη μικρότερη αμυντική ισχύ, αφού συγκεντρώνονται σε πολύ περιορισμένα σημεία και αδυνατούν να αναπτύξουν τα βαρέα μέσα τους, δεν έχουν οργανωμένο έδαφος για να εγκατασταθούν ενώ και η τακτική εικόνα που διαθέτουν είναι εκ των πραγμάτων εξαιρετικά περιορισμένη. Οι δυνάμεις αποβάσεως, μέχρι την εγκατάσταση προγεφυρώματος, είναι εξαιρετικά ευάλωτες σε αντεπιθέσεις. Για τον λόγο αυτόν, η φάση της εγκατάστασης απαιτεί ισχυρότατη αεροπορική υποστήριξη, τόσο για απαγόρευση του πεδίου μάχης όσο και για εγγύς αεροπορική υποστήριξη. Πιο απλά, οι δυνάμεις αποβάσεως δεν έχουν καθόλου πυροβολικό και τον ρόλο αυτόν πρέπει να τον παίζει η φίλια αεροπορία ή και το ναυτικό.

Στις γενικές αυτές δυσκολίες μίας οποιασδήποτε αποβατικής ενέργειας, θα πρέπει κανείς να προσυπολογίσει τις συγκεκριμένες δυσχέρειες της τουρκικής αποβατικής επιχείρησης, όπως αυτές ήταν με βεβαιότητα γνωστές πριν από την επιχείρηση: το Τουρκικό Ναυτικό διέθετε περιορισμένες δυνατότητες αποβίβασης δυνάμεων. Για την ακρίβεια, διέθετε τρία αρματαγωγά: δύο κλάσης Chelan County, τα Bayraktar και Sancaktar, κι ένα κλάσης Terrebonne Parish, το Ertuğrul. Τα τρία αυτά αρματαγωγά αποτελούσαν τον κορμό της αποβατικής δυνάμεως, που συμπληρωνόταν από δώδεκα (12) μικρά αποβατικά κατηγορίας LCU κλάσης Ç205, χωρίς υπερκατασκευή, είκοσι εννιά (29) μικρά αποβατικά κατηγορίας LCT κλάσης Ç107 καθώς κι έναν αριθμό από ακόμη μικρότερες αποβατικές ακάτους Ç301 και LCM-1E. Στον αποβατικό στόλο της Τουρκίας συμπεριλαμβανόταν και το πλοίο υποστήριξης υποβρυχίων Erkin, το οποίο μετέφερε, μεν, δυνάμεις, πλην όμως δεν ήταν αποβατικό κι έπρεπε να έχει στη διάθεσή του λιμένα για να αποβιβάσει τις δυνάμεις που μετέφερε. Συνεπώς, η αποβατική δύναμη του Τουρκικού Ναυτικού ήταν τέσσερα (4) μεγάλα πλοία, δώδεκα (12) μικρότερα αποβατικά και είκοσι εννέα (29) μικρά αποβατικά. Η δύναμη που διενήργησε το πρώτο κύμα της απόβασης, στις 20/07/74, αποτελούνταν από είκοσι ένα (21) σκάφη, και δεδομένου ότι περιλάμβανε και τα τέσσερα μεγάλα σκάφη, λογικά θα πρέπει να περιλάμβανε κι ένα μείγμα από τα δέκα επτά (17) σκάφη LCU και LCT.

Αν κανείς συνυπολογίσει ότι την αποβατική ενέργεια τη διενεργούσε ένα μάλλον περιορισμένων ικανοτήτων ναυτικό και μία άπειρη αμφίβια δύναμη, καθίσταται σαφέστερο το ευάλωτο της επιχείρησης, ιδίως κατά τη φάση της δημιουργίας προγεφυρώματος. Η απειρία της αποβατικής δύναμης έγκειται, πάντοτε, σε αυτές τις περιπτώσεις, στον εντοπισμό των ακτών αποβάσεων επί των οποίων έχει γίνει ο σχεδιασμός της επιχείρησης. Εν προκειμένω, προκειμένου να διασφαλιστεί ο εντοπισμός της ορθής ακτής αποβάσεως, επελέγη μία πολύ χαρακτηριστική ακτή, το Πέντε Μίλι, η οποία όμως είχε εξαιρετικά μικρή χωρητικότητα σε αποβατικά, δυσκολεύοντας τη διαδικασία της από(βι)βασης και επιμηκύνοντας τον χρόνο της.

Η κρισιμότητα του τουρκικού εγχειρήματος επιτείνεται αν συνυπολογίσει κανείς ότι η αποβατική ενέργεια αυτή δεν διενεργούταν στο πλαίσιο ενός ευρύτερου πολέμου, αλλά αποτελούσε τον ίδιο τον πόλεμο στον οποίον η Τουρκία εισερχόταν. Ενδεχόμενη αποτυχία του αποβατικού εγχειρήματος δεν θα μπορούσε να ισοσταθμιστεί από άλλες εξελίξεις, αλλά θα αποτελούσε συνολική στρατιωτική αποτυχία.

Τα ανωτέρω δεδομένα, μάλλον αυτονόητα από στρατιωτικής απόψεως, έτειναν να αγνοούνται από αρκετούς ανώτατους αξιωματικούς καθ’ όλη τη δεκαετία του ’60 και μέχρι το ’74, με τρόπο που εγείρει ερωτηματικά.

Σε κάθε περίπτωση, τα ανωτέρω δεδομένα είχαν ως αποτέλεσμα ότι η Τουρκία θα έπρεπε να διαθέσει κάθε δυνατή ναυτική δύναμη για την εξαιρετικά κρίσιμη προστασία των αμφιβίων δυνάμεών της, μην αφήνοντας σχεδόν καμία άλλη ναυτική δύναμη αλλού, αφού ούτως ή άλλως δεν διέθετε ναυτικό δυναμικό για να εκτελέσει έστω και επιχείρηση αντιπερισπασμού σε άλλη περιοχή. Επιπλέον, τα ανωτέρω δεδομένα σημαίνουν ότι η Τουρκία έπρεπε να παράσχει την ισχυρότερη δυνατή αεροπορική υποστήριξη στην αποβατική ενέργεια, ιδίως εν απουσία σοβαρής ναυτικής υποστήριξης.

Το μείζον πλεονέκτημα της Τουρκίας ήταν ότι το πεδίο μάχης ήταν γεωγραφικά οιονεί απομονωμένο από την κυρίως Ελλάδα. Αυτό σήμαινε ότι το Πολεμικό Ναυτικό της Ελλάδας θα είχε δυνατότητα και χρόνο να προσβάλει την τουρκική αμφίβια δύναμη μόνον «καταδρομικά». Από ναυτικής απόψεως, πρακτικά μόνον υποβρύχια μπορούσαν να δράσουν στην περιοχή, καθώς θα ήταν πρακτικά δύσκολο να ενεργήσει ελληνικός στόλος σε περιοχή με τουρκική αεροπορική υπεροχή. Από αεροπορικής απόψεως, οι Τούρκοι μάλλον θεωρούσαν δεδομένη και «αυτόματη» την αεροπορική κυριαρχία τους στον χώρο, εξ αιτίας της γεωγραφικής αποστάσεως του Νησιού από τις ελληνικές αεροπορικές βάσεις.

Προγεφύρωμα – Ορισμός και Φάσεις

Για να γίνει, εν συνεχεία, καλύτερα κατανοητή η κατάσταση της τουρκικής επιχείρησης κατά τις 20-22 Ιουλίου 1974, και άρα η επιρροή ενδεχομένων αεροπορικών επιχειρήσεων από την ΠΑ τότε, παρατίθενται οι φάσεις ενός προγεφυρώματος:

Αρχικό προγεφύρωμα (γραμμή Ο1)

Καταλαμβάνεται μία γραμμή που αφαιρεί από τους αμυνόμενους τη δυνατότητα να εκτελούν άμεσα (σκοπευμένα) πυρά επί της ακτής αποβάσεως, ή της ακτής ποταμού όταν πρόκειται για σχεδιασμένη διάβαση ποτάμιας γραμμής. Ανάλογα με το έδαφος θα πρέπει να έχει ένα βάθος 1000 μέτρων περίπου. Εξέρχονται στην ακτή κυρίως δυνάμεις πεζικού και κάποια βαριά μέσα.

Ακολουθούν προγεφύρωμα (γραμμή Ο2)

Καταλαμβάνεται μία γραμμή υψωμάτων που αφαιρεί από τον αμυνόμενο τη δυνατότητα να εκτελεί παρατηρούμενες βολές επί του προγεφυρώματος. Στη φάση αυτή εξέρχονται στην ακτή σημαντικές δυνάμεις αρμάτων και πυροβολικού.

Τελικό προγεφύρωμα (Γραμμή Ο3)

Καταλαμβάνεται μία γραμμή ζωτικών εδαφών που εξασφαλίζει το προγεφύρωμα σε μεγάλο βάθος. Εννοείται ότι κατά τη φάση αυτή εξέρχονται στην ακτή, ή διαβαίνουν το υδάτινο κώλυμα, μεγάλοι σχηματισμοί που θα αναλάβουν να διεξάγουν επιχειρήσεις σε μεγάλο βάθος της εχθρικής ενδοχώρας.

Ο Παράγων «Χρόνος»

Στο στρατιωτικό πλαίσιο των γεγονότων του 1974 υπήρχε μία κρίσιμη παράμετρος της άμυνας της Κύπρου που πρέπει να είναι κατανοητή προκειμένου να εκτιμηθεί ορθά η αντίδραση της Ελλάδας, των Ενόπλων Δυνάμεων και της Πολεμικής Αεροπορίας ειδικότερα. Ο στρατιωτικός σχεδιασμός της άμυνας της Κύπρου υπέκειτο σε συγκεκριμένους πολιτικούς περιορισμούς που περιέπλεκαν και δυσκόλευαν εξαιρετικά ένα, κατά τα άλλα ορθόδοξο και απλό στην ουσία του, στρατιωτικό πρόβλημα.

Η Τουρκία είχε δημιουργήσει στο εσωτερικό του Νησιού έναν μεγάλο θύλακα, αυτόν της περιοχής Λευκωσίας-Αγύρτας-Κιόνελι, ο οποίος ήταν το de facto στρατιωτικό προγεφύρωμα των αποβατικών δυνάμεων. Σε περίπτωση αποβατικής ενέργειας, οι αποβιβαζόμενες δυνάμεις δεν θα χρειαζόταν να εξασφαλίσουν «προγεφύρωμα», χρειάζονταν απλώς, όπως-όπως, να εξασφαλίσουν μία μικρή περιοχή περί τη διάβαση του Αγίου Ιλαρίωνα, δηλαδή αμέσως πίσω από την ακτή αποβάσεως, και να συνδεθούν με το προγεφύρωμα του θύλακα.  Αντιστρόφως, οι αμυνόμενες δυνάμεις είχαν στην «πλάτη» τους ένα προγεφύρωμα, το οποίο χωριζόταν από τις ακτές αποβάσεως από μία οροσειρά, τον Πενταδάκτυλο, κι επικοινωνούσε με αυτές μέσω μίας ορεινής διάβασης, η οποία -από εγκληματική πολιτική και στρατιωτική αδράνεια του παρελθόντος- βρίσκονταν ήδη στα χέρια του αντιπάλου. Έτσι, έπρεπε, σε περίπτωση εχθρικής ενέργειας, να ενισχύσουν με δυνάμεις την περιοχή αποβάσεως -που ήταν δύσκολα προσβάσιμη από το εσωτερικό του νησιού, και μόνον από συγκεκριμένα σημεία-, να εξαλείψει τον θύλακα, και να καταλάβει τη διάβαση που ένωνε την περιοχή αποβάσεως με τον θύλακα. Οι στρατιωτικές δυνάμεις του νησιού, αδικαιολόγητα αποδυναμωμένες από τις πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις ήδη πολύ πριν από το πραξικόπημα, δεν είχαν ισχύ να διεξαγάγουν ταυτοχρόνως και τις δύο απαραίτητες ενέργειας -απόκρουση αποβάσεως και εξάλειψη θύλακα- όπως θα έπρεπε. Με τεχνική ορολογία, οι Τούρκοι, με την επίτευξη της δεύτερης φάσης εγκατάστασης προγεφυρώματος, δηλαδή με την επίτευξη του «ακολουθούντος προγεφυρώματος», αυτομάτως επιτυγχάνουν και την εγκατάσταση του «τελικού προγεφυρώματος».

Αυτό που επί χρόνια επιζητούσε η ηγεσία της Εθνικής Φρουράς, ήταν η άδεια να εξαλείψει τον θύλακα μόλις γινόταν αντιληπτή η εκκίνηση της επιχείρησης αποβάσεως και πριν εκδηλωθεί η ίδια η ενέργεια της αποβάσεως, δηλαδή μόλις καθίστατο σαφές ότι η Τουρκία θα εισβάλει, αλλά πριν εκδηλωθεί η εισβολή. Οι πολιτικές ηγεσίες, από την πλευρά τους, φοβόνταν το ενδεχόμενο να εξαλειφθεί ο θύλακας από την ΕΦ χωρίς να εκδηλωθεί τουρκική εισβολή, γεγονός που (θεωρούσαν ότι) θα τους εξέθετε πολιτικά. Έτσι, υφίστατο μία επανερχόμενη συζήτηση σχετικά με το πότε είναι σαφές ότι εκδηλώνεται «επισήμως» εισβολή, και άρα αποδεσμεύονται οι δυνατότητες στρατιωτικής αντίδρασης της ΕΦ. Η συζήτηση έφτανε σε «λεπτά» σημεία όπως ποια ακριβώς τουρκική ενέργεια σηματοδοτεί την έναρξη της εισβολής. Σε κάθε περίπτωση, η «έγκαιρη προειδοποίηση» της Εθνικής Φρουράς (πρακτικά προς εξάλειψη του θύλακα) ήταν η κρίσιμη και ρητή προϋπόθεση για την επιτυχή εφαρμογή του Σχεδίου Αμύνης της Κύπρου.

Οι Τούρκοι, κατά την επιχείρησή τους, έχοντας απόλυτη συναίσθηση της δικής τους αδυναμίας, δηλαδή του ευάλωτου των νηοπομπών τους και του Αρχικού Προγεφυρώματος, δεν έδωσαν κανένα περιθώριο χρόνου στην Εθνική Φρουρά, όπως η ελληνική πλευρά ήλπιζε -στηριζόμενη σε ακατανόητες προσδοκίες.[xxi] Παρά την ελπίδα ότι οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί και η ρίψη των αλεξιπτωτιστών για την ενίσχυση του θύλακα θα συμπέσουν με τον απόπλου της αρχικής τουρκικής νηοπομπής από τη Μερσίνα, έτσι ώστε να υπάρχει περιθώριο οκτώ ωρών για την εξάλειψη του θύλακα πριν από την έναρξη της απόβασης, οι Τούρκοι φρόντισαν να συγχρονίσουν σχεδόν την έναρξη των βομβαρδισμών με την παραβίαση των χωρικών υδάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη διενέργεια των αερομεταφορών και ρίψεων. Συνεπώς, στην πραγματική εισβολή, ο χρόνος ήταν τόσο λίγος και τόσο κρίσιμος, όσο οι Έλληνες στρατιωτικοί από πριν γνώριζαν και φοβόνταν.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Μπονάνος ιδιαίτερα, ως Αρχηγός Ενόπλων Δυνάμεων, είχε εκ της θέσεώς του πλήρη και εκτενή ενημέρωση σχετικά με το Σχέδιο Αμύνης Κύπρου, τις προϋποθέσεις του και τα λεπτά σημεία του. Επιπλέον, έχοντας υπηρετήσει στην Κύπρο ως επιτελής στο παρελθόν είχε ακόμη βαθύτερη αντίληψη της κρισιμότητας του παράγοντα χρόνου. Συνεπώς, μπορεί με βεβαιότητα να συναχθεί ότι όταν ο Μπονάνος ειδικά, καθυστερούσε συστηματικά τις αντιδράσεις των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και της Εθνικής Φρουράς, είχε απόλυτη συναίσθηση της καταλυτικής σημασίας της ενέργειάς του αυτής. Είναι μάλλον ο τελευταίος άνθρωπος που θα μπορούσε να κρυφτεί πίσω από την προτεραιότητα άλλων θεμάτων.

Συνοψίζοντας: για την ελληνική πλευρά, η δυνατότητα αντιμετώπισης της τουρκικής ενέργειας έχει τον χρόνο και την αμεσότητα της αντίδρασης ως την πλέον κρίσιμη παράμετρο της. Για να είναι αποτελεσματικοί οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί, θα πρέπει να προλάβει τη φάση του αρχικού προγεφυρώματος, και όχι του ακολουθούντος. Όπως γνωρίζουν όλοι οι στρατιωτικοί, έγκαιρη αντίδραση σημαίνει έγκαιρη κινητοποίηση. Όταν τον Ιούλιο του 1974 οι βασικοί υπεύθυνοι καθυστερούν την κινητοποίηση της Εθνικής Φρουράς, έχουν πλήρη επίγνωση ότι δεν δείχνουν επιφυλακτικότητα απλώς, αλλά ότι υποσκάπτουν ριζικά τη δυνατότητα αντιμετώπισης των Τούρκων στη συνέχεια. Όταν, π.χ. ο Μπονάνος -και ιδιαίτερα αυτός, καθώς προέρχεται από τον στρατό ξηράς, και άρα έχει καλύτερη επίγνωση της σημασίας του χρόνου για το ΣΑΚ- αναστέλλει συνεχώς την εφαρμογή της αποστολής της 340 Μοίρας, και συζητά την επέμβαση της 339 Μοίρας στις 22 Ιουλίου, γνωρίζει ακριβώς τι κάνει. Εξ ου και αφ’ ενός η καθυστερημένη διαταγή προετοιμασίας της 339, και εν συνεχεία η επίκληση της… παρέλευσης της ευκαιρίας για αποτελεσματική επέμβαση της αεροπορίας αποτελεί εξωφρενική πρόκληση, όταν προβάλλεται από αυτούς που αντιλαμβάνονται για τι μιλάνε και δεν παπαγαλίζουν απλώς επιχειρήματα που έχουν ακούσει.

ΠαρατήρησηΕπισημαίνεται εμφατικά ότι τα ανωτέρω δεδομένα είναι αυτά που αποτελούσαν τα θεωρητικά και επί της αρχής δεδομένα, βάσει των οποίων η ελληνική στρατιωτική ηγεσία όφειλε και μπορούσε να εκτιμήσει τη δυνατότητα και τις πιθανότητες επιτυχίας μίας αεροπορικής επιχείρησης στην Κύπρο ανάμεσα στις 20 και 22 Ιουλίου, ακόμη και χωρίς συγκεκριμένες πληροφορίες για τα τεκταινόμενα εκεί. Στην πραγματικότητα, τα πράγματα, όπως θα δούμε εν συνεχεία, ήταν αρκετά διαφορετικά.

Προετοιμασία – Κινητοποίηση των δύο πλευρών

Είναι προφανές ότι καμία από τις δύο πλευρές δεν υπέστη αιφνιδιασμό, και οι δύο πλευρές είχαν από μακρού χρόνου πλήρη συναίσθηση της επερχόμενης κρίσης, και επεδίωκαν κατά τα προηγούμενα έτη και μήνες να εξασφαλίσουν τη μεγαλύτερη δυνατή ετοιμότητα.

Είναι άγνωστος ο βαθμός στον οποίον η κάθε πλευρά μπορούσε να αποτυπώσει εγκαίρως την κινητοποίηση του αντιπάλου της. Το κύριο μέσον παρακολούθησης, οι υποκλοπές τηλεπικοινωνιών και η ανάλυσή τους, έδιναν σε κάποιον βαθμό πληροφορίες.

Τουρκική Αεροπορία

Η Τουρκική Αεροπορία, η οποία είχε και την πρωτοβουλία των κινήσεων, φαίνεται να είχε ακολουθήσει την εξής επιλογή: συγκέντρωση του μείζονος της δυνάμεως βομβαρδισμού που διέθετε για την υποστήριξη των χερσαίων επιχειρήσεων στην Κύπρο, και ταυτόχρονα συγκέντρωση του μείζονος των αεροσκαφών αναχαιτίσεως στα αεροδρόμια που κατά κύριο λόγο υποστήριζαν τις επιχειρήσεις στο Ελλαδικό θέατρο επιχειρήσεων. Η επιλογή αυτή βασιζόταν στο εξής εύλογο σκεπτικό: Οι χερσαίες επιχειρήσεις στην Κύπρο, δηλαδή η εγκατάσταση προγεφυρώματος και η υποστήριξη του βασικού θύλακα αρχικά, και οι επιθετικές επιχειρήσεις σε δεύτερη φάση, ήταν εξαιρετικά δύσκολες και απαιτούσαν ιδιαίτερα ενισχυμένη αεροπορική υποστήριξη, κυρίως απαγόρευση πεδίου μάχης, έτσι ώστε να καταστεί αδύνατη η συγκέντρωση ελληνικών δυνάμεων για την εξάλειψη του προγεφυρώματος και την εξάλειψη του θύλακα, και εγγύς αεροπορική υποστήριξη. Καθώς, πιθανότατα, δεν μπορούσε να προεξοφληθεί η εξέλιξη των επιχειρήσεων σε δύο φάσεις (Αττίλας Ι, Αττίλας ΙΙ), που τελικά ήταν ιδανική για την τουρκική πλευρά, και υπήρχε ενδεχόμενο να απαιτηθεί η συνεχής εμπλοκή των χερσαίων δυνάμεων πριν κατορθωθεί αυτές να ενισχυθούν σημαντικά από την μικρασιατική ενδοχώρα, η εντατικότερη δυνατή υποστήριξη των χερσαίων δυνάμεων ήταν κρίσιμης σημασίας. Επιπλέον, ήταν προφανές ότι η Τουρκία δεν είχε πρόθεση να ενεργήσει επιθετικά, ούτε καν να εμπλακεί με οποιονδήποτε τρόπο στο ελλαδο-τουρκικό θέατρο. Αντιθέτως, έχοντας εμπλέξει το μείζον των δυνάμεων βομβαρδισμού στην Κύπρο, ήθελε να αποφύγει οτιδήποτε αποδυνάμωνε εκεί τις δυνατότητες βομβαρδισμού. Προφανώς ήταν εκτός σκέψης ενέργεια έναντι ελληνικού νησιού, ενώ στον Έβρο δεν υπήρχε κάποιος πιθανός λόγος εμπλοκής, εκτός αδιεξόδου στην Κύπρο – αλλά κι αυτό θα απαιτούσε χρόνο. Σε κάθε περίπτωση, πλήρους κλίμακας χερσαίες επιχειρήσεις πιθανότατα θα επέσυραν την οξεία αντίθεση και ευθέως εχθρική στάση των ΗΠΑ, ιδιαίτερα εφ’ όσον αποτελούσαν «λύση αδιεξόδου» στην πρωτοβουλία στην Κύπρο. Ενδεχομένως υπήρχε μια ανησυχία για κάποια «οριοθετημένη» ελληνική ενέργεια στον Έβρο -πιθανότατα στο Τρίγωνο του Καραγάτς- όπου ενδεχομένως να καλείτο να ενεργήσει προς υποστήριξη των χερσαίων δυνάμεων, αλλά σε κάθε περίπτωση αυτό, ή άλλα σχετικά ενδεχόμενα, θα ήταν μικρής έκτασης και άρα μικρών απαιτήσεων.

Αντιθέτως, είναι λογικό να είναι πιο ανήσυχη η Τουρκική Αεροπορία -και οι ΤΕΔ συνολικά- για επιθετική στάση της Ελλάδας στο Αιγαίο. Θα ήταν λογικό η Τουρκία να ανησυχεί για κάποια ενέργεια αντιπερισπασμού της Ελλάδας στο Αιγαίο, αφού ταυτόχρονα, η δυνατότητα ελλαδικής παρέμβασης στην Κύπρο θα ήταν εξ ανάγκης περιορισμένη. Η ΤΑ δηλαδή, δεν είχε ιδιαίτερους λόγους να ανησυχεί για την αεροπορική της υπεροχή στην Κύπρο, αφού ήταν προφανές ότι η ΠΑ δεν μπορούσε να διεκδικήσει αεροπορική κυριαρχία ή αεροπορική ισοδυναμία στην Κύπρο. Η Ελλάς δεν διέθετε δυνατότητα παρατεταμένης παραμονής σημαντικής αεροπορικής δύναμης.

Παρ’ όλα αυτά, είναι εύλογο να ανέμενε κανείς ότι καθώς οι ναυτικές και χερσαίες δυνάμεις θα εκτελούσαν την ιδιαίτερα λεπτή και ευάλωτη αποβατική επιχείρηση, η ΤΑ θα παρείχε ισχυρή προστασία σε αυτές. Εκ των υστέρων, είναι σαφές ότι τίποτα τέτοιο δεν συνέβη. Είναι σαφές ότι η ΤΑ θεωρούσε την Κύπρο «ασφαλή» όχι απλώς από απόπειρα ελληνικής αεροπορικής υπεροχής αλλά ακόμη κι από ενέργειες αεροπορικής άρνησης.

Επιπλέον, είναι ιδιαίτερης σημασίας η «κινητοποίηση» σε ό,τι αφορά το Σύστημα Αεροπορικού Ελέγχου, έτσι ώστε να υπάρχει μία ακριβής αντίληψη για την «τελική» ικανότητά του και κάλυψη του χώρου κατά την περίοδο των επιχειρήσεων. Επ’ αυτού, τόσο οι Έρικσον και Ουγιάρ όσο και η πηγή τους, αναφέρουν ότι στο πλαίσιο της κινητοποίησής της, η ΤΑ «τοποθέτησε μονάδες κινητών ραντάρ κατά μήκος της νότιας ακτής».[xxii] Το περίεργο είναι ότι καμία τέτοια κινητοποίηση δεν αναφέρεται πιο συγκεκριμένα, ενώ προκαλεί απορία η προέλευση αυτών των «κινητών ραντάρ» που αναπτύχθηκαν «εν όψει της εισβολής». Ειδικότερα, προκαλεί απορία το από πού προήλθαν τα ραντάρ αυτά, αφού είτε θα πρέπει να ήταν διαθέσιμα και μη χρησιμοποιούμενα (σε κάποιου είδους αποθήκευση) -τη στιγμή που είναι εγνωσμένης ανεπάρκειας η κάλυψη του τουρκικού αεροπορικού χώρου, είτε θα πρέπει να μετακινήθηκαν από άλλες θέσεις στις «τελικές», επιχειρησιακές τους θέσεις. Κάτι τέτοιο είναι γνωστό ότι συνέβη μόνον με το ραντάρ του Ανεμουρίου, το οποίο μετακινήθηκε στη θέση αυτή από τη Σελεύκεια, όπου βρισκόταν προηγουμένως. Αν η «πληροφορία» αυτή συνδυαστεί με τη γενικότερα στρεβλή απόδοση των περιγραφομένων μετακινήσεων αεροσκαφών της ΤΑ αμέσως μετά[xxiii], καθώς και η απόδοση από τους Ουγιάρ και Έρικσον επιχειρησιακών στόχων στις μετακινήσεις της ΤΑ που εμφανώς δεν υπήρχαν, τότε η πληροφορία αυτή καθίσταται εξαιρετικά αμφίβολη και πιθανότατα αφορά αποκλειστικά το Ανεμούριο – ή γίνεται απλώς για δημιουργία εντυπώσεων. Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό ότι ένα σύγχρονο τουρκικό βιβλίο για την Κυπριακή Εισβολή δεν έχει καμία τουρκική πηγή για την αεροπορική κινητοποίηση.

Είναι εξαιρετικά αμφίβολο εάν, ακόμη και μετά την κινητοποίηση της ΤΑ εν όψει της Εισβολής, επιτεύχθηκε κανενός είδους κάλυψη της επιτήρησης της  περιοχής μεταξύ Κρήτης και Κύπρου, νοτίως της Μικρασίας πέραν αυτής που παρείχε το, περιορισμένων δυνατοτήτων, ραντάρ του Ανεμουρίου. Τονίζεται ότι σε κανένα σημείο των πηγών που ασχολούνται με τις επιχειρήσεις στην Κύπρο δεν έχει καταστεί δυνατόν να εντοπιστεί κάποια ρητή αναφορά σε τουρκικούς σταθμούς ραντάρ που επιτηρούσαν την περιοχή, ούτε κάποια έμμεση αναφορά. Αυτό ισχύει ακόμη και για αναφορές που θα ήταν εύλογο να αναμένονται, όπως π.χ. όταν γίνονται αναφορές στην επιτυχία της αποστολής Νίκη-74 και στην αποτυχία της ΤΑ να αναχαιτίσει τα μεταγωγικά αφη τόσο κατά την πτήση τους προς την Κύπρο όσο και κατά την επιστροφή τους. Απόπειρα αναχαίτισης των αεροσκαφών αυτών -ανεπιτυχής- έγινε κατά την επιστροφή των αφών από την Κύπρο· αυτό τουλάχιστον προέκυψε από την υποκλοπή συνομιλιών που ανέφεραν την απογείωση αεροσκαφών από την Αττάλεια. Με δεδομένα ότι η επιχείρηση αναχαίτισης θα έγινε στο σκοτάδι από αεροσκάφη χωρίς ραντάρ, τα Noratlas πέταξαν χαμηλά -αν και κοντά στην τουρκική ακτή, πλέον, είναι προφανές ότι δεν υπήρχε δυνατότητα αναχαίτισης της πτήσης αυτής. Όμως και πάλι, η απουσία αναφορά σε ραντάρ που απέτυχαν, έστω, να εντοπίσουν την αποστολή, είναι εντυπωσιακή. Ακόμη και στις αφηγήσεις, διερευνήσεις, διαμάχες κ.λπ. για το περιστατικό της βύθισης του Κοτζάτεπε, ενώ γίνονται δεκάδες αναφορές στο ραντάρ του Ανεμουρίου και αρκετές στο ραντάρ της Αλεξανδρέττας, δεν γίνεται η παραμικρή αναφορά σε άλλα ραντάρ, δυτικότερα, τα οποία θα μπορούσαν να έχουν εντοπίσει την «νηοπομπή», ή έστω να επιβεβαιώσουν την παρουσία/απουσία υπόπτων ναυτικών ιχνών προηγουμένως.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η κινητοποίηση της Τουρκικής Αεροπορίας, σύμφωνα με τα γραφόμενα του ταξιάρχου Παγώνη, είχε ξεκινήσει ήδη από τα μέσα του Μαΐου του 1974, όταν ξεκίνησαν μαζικές μετασταθμεύσεις αεροσκαφών.

Πολεμική Αεροπορία

Ο στρατηγικός σχεδιασμός της Πολεμικής Αεροπορίας στις αρχές της δεκαετίας του 1970, εν όψει κρίσης ή πολέμου με την Τουρκία, δεν είναι γνωστός από κάποια επίσημη και συγκροτημένη ιστορική πηγή. Εκ του αποτελέσματος και των ιστορικών γεγονότων είναι δύσκολο να συναχθεί ο σχεδιασμός, μιας και είναι προφανές ότι η δράση της ΠΑ κατά την Εισβολή απηχούσε την πολιτική πρόθεση της ηγεσίας του καθεστώτος να παραμείνει με ασφάλεια εκτός της κρίσης.

Σε γενικές γραμμές, μπορεί να θεωρηθεί ότι η γενική ιδέα του σχεδιασμού της ΠΑ ήταν να διασπείρει τη δύναμη των αναχαιτιστικών της στον άξονα Βορρά-Νότου, και να διατηρήσει την δύναμη βομβαρδιστικών της κεντρικά και στην Κρήτη. Η υπερσυγκέντρωση βομβαρδιστικών στην Κρήτη (στην 115 ΠΜ) είναι κάπως περίεργη, μιας και με βεβαιότητα δεν συνδέεται με πρόθεση επέμβασης στην Κύπρο σε τέτοια έκταση, ούτε και η ΤΑ παρουσίαζε ιδιαίτερους στόχους στην ΝΔ Μικρασία, ώστε να προκύπτει κάποιο γεωγραφικό πλεονέκτημα. Πιθανόν η στρέβλωση της Κρήτης να οφειλόταν στη διαδικασία αναδιοργάνωσης που λάμβανε χώρα κατά την χρονική εκείνη περίοδο, λόγω της ένταξης μίας καινούργιας πτέρυγας μάχης στην Τακτική Αεροπορία.

Ειδικά σε ότι αφορά την Κρήτη, δύο πράγματα είναι με βεβαιότητα σαφή: η ΠΑ συμμορφωνόταν από πολύ καιρό με την απαίτηση των εθνικών σχεδίων για μία εφ’ άπαξ επέμβαση στην Κύπρο κατά την έναρξη ενδεχόμενης τουρκικής εισβολής. Ο σχεδιασμός αυτός ήταν ενταγμένος στα εθνικά σχέδια και είχε προετοιμαστεί επιμελώς. Παρ’ όλα αυτά, αφορούσε μία και μοναδική αποστολή αεροσκαφών, και φαίνεται ότι -θεωρώντας ότι οι επιχειρήσεις θα διεξαγόταν υπό «κανονικές» συνθήκες, ο αμυντικός σχεδιασμός της Κύπρου δεν απέδιδε κρίσιμη σημασία στην επέμβαση αυτή.

Από την άλλη, επειδή η περιορισμένη δυνατότητα επέμβασης στην Κύπρο με το υφιστάμενο οπλοστάσιο ήταν σαφής, αφ’ ετέρου επειδή η πίεση για δυνατότητα επέμβασης ήταν μεγάλη, φαίνεται ότι η ΠΑ εκπονούσε τον μελλοντικό της σχεδιασμό με στόχο τη διεύρυνση της δυνατότητας αυτής. Έτσι, τόσο η επιλογή των αεροσκαφών F-4E όσο, ακόμη περισσότερο, και η αγορά των αεροσκαφών A-7H αναφέρεται συχνά ότι είχαν ως κριτήριο προτεραιότητας τη δυνατότητα των αεροσκαφών αυτών να επιχειρήσουν στην Κύπρο. Επιπλέον, και καθώς κατά τα έτη 1973 και, ακόμη περισσότερο 1974, οι εξελίξεις και η ένταση στην Κύπρο πύκνωναν συνεχώς, είναι απολύτως βέβαιο ότι εντεινόταν και ο προσανατολισμός της ΠΑ σε επιχειρήσεις στην Κύπρο. Η ανορθόδοξη -και μοναδική μέχρι σήμερα- απόφαση για την αποστολή μεγάλου αριθμού πληρωμάτων στις ΗΠΑ για εκπαίδευση στα αεροσκάφη F-4E και η απόφαση για πλήρη εκπαίδευση πολεμικού σταδίου για όλα τα πληρώματα -αντί της συνήθους εκπαίδευσης εξοικείωσης ενός μικρού πυρήνα στη χρήση του τύπου- είναι ασφαλής ένδειξη ότι η ΠΑ και συνέδεε την επιχειρησιακή αξιοποίηση των F-4E με την Κύπρο, και επειγόταν χρονικά να αναπτύξει τη δυνατότητα αυτή.

[i] Serhat Güvenç, “War, Memory and Reconstruction. The Cyprus War of 1974 in Turkish Military Historiogrpaphy”

[ii] Edward J. Erickson, Mesut Uyar, “Phase Line Attila, The Amphibious Campaign for Cyprus, 1974”, Marine Corps University Press, Quantico, Virginia, 2020

[iii] Offensive Counter Air, όρος που στο δόγμα της ΠΑ μεταφράζεται, μάλλον άστοχα και παραπειστικά, ως «Αεροπορική Αντεπίθεση».

[iv] Υπάρχει σε διάφορες πηγές (ενδεικτικά: http://www.havaciyiz.com/EnvanterF-84F.htm) η πληροφορία για την ύπαρξη αεροσκαφών F-84Q σε ενεργό υπηρεσία στην ΤΑ το 1974, τα οποία αποσύρθηκαν το 1975. Πρόκειται για αναφορά σε έναν αριθμό σαράντα δύο (42) αεροσκαφών. Όμως τα αεροσκάφη αυτά τοποθετούνται στην 132 Μοίρα της 3ης Κύριας Αεροπορικής Βάσης. Όλες οι αναφορές για τη δύναμη της ΤΑ κατά τη διάρκεια της Εισβολής φέρουν την 132η Μοίρα εξοπλισμένη με F-100, χωρίς καμία αναφορά σε F-84F, ενώ όλες οι αναφορές για τη χρήση του αεροσκάφους αναφέρουν ότι αυτά αντικαταστάθηκαν από αεροσκάφη F-100 σε όλες τις μοίρες, μόλις παραλαμβάνονταν αεροσκάφη αυτού του τύπου. Επιπλέον, είναι ενδεικτικό ότι οι τελευταίες απώλειες αεροσκαφών F-84F της Τουρκικής Αεροπορίας αναφέρονται για το έτος 1972, χωρίς καμία απώλεια να αναφέρεται κατά τα έτη 1973, 1974 και 1975. Ενδεχομένως οι αναφερόμενες αποσύρσεις του 1975 να αναφέρονται σε κάποιου είδους «εφεδρεία» στην οποία είχαν διατηρηθεί στην 132η Μοίρα (αντίστοιχη της «Κατάσταση “Ζ”» (Μακράς Απόθεσης) στην ΠΑ, με δυνατότητα επαναφοράς σε ενέργεια εντός 48 ωρών, κανονικές επιθεωρήσεις και περιοδικούς πλήρεις λειτουργικούς ελέγχους), χωρίς όμως να ανήκει υπό κανονικές συνθήκες στη δύναμη της μοίρας. Μοναδική ασυμφωνία σε αυτή την εκτίμηση αποτελεί η μαρτυρία του τότε Σμηναγού Σπύρου Ρηγάκου, διοικητή της 3ης ΜΣΕΠ (Κορμακίτη) ότι η μοίρα του προσβλήθηκε από τετράδα F-84F· μάλιστα, η παρατήρηση των αεροσκαφών έγινε ενώ αυτά πετούσαν σε χαμηλό ύψος κοντά στις εγκαταστάσεις της μονάδας. Είναι πιθανόν η αναφορά στο F-84F να οφείλεται σε σύγχυση με το F-100, από το οποίο δεν διέφερε ιδιαίτερα, και μάλιστα αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι πιθανόν ο Ρηγάκος να μην ήταν εξοικειωμένος με το σχήμα του F-100. Ας μην ξεχνάμε ότι το 1974 δεν υπήρχε διαδίκτυο, ούτε ειδικός τύπος, η δε ειδική βιβλιογραφία ήταν εξαιρετικά σπάνια και δυσεύρετη, συνεπώς οι παραστάσεις από το F-100 πιθανότατα προέρχονταν από φωτογραφίες σε υπηρεσιακούς πίνακες αναγνώρισης.

[v] Kaymakli

[vi] Τούσαλπ Ερμπίλ, Ο Πασάς και ο Στρατηγός, Εκδόσεις Ι. Φλώρος, Αθήνα, 2000, σελ. 75

[vii] Κατάθεση Σημαιοφορίδη

[viii] Porter, Combined NATO Operations with the Turkish Air Force: An Alliance Weakness, The National War College, 1984, σελ. 11.

[ix] Ο.π., σελ 17.

[x] Kaymakli

[xi] Αναφορά Demirel

[xii] Demirel, σελ. 73

[xiii] Demirel, σελ. 74

[xiv] Demirel, σελ. 75.

[xv] Βουλή των Ελλήνων, Φάκελος της Κύπρου, Τόμος Η’, σελ. 30.

[xvi] Το σημείο αυτό είναι κάπως λεπτό. Καθώς τα πληρώματα των F-4E είχαν αντληθεί από μοίρες με διακριτούς ρόλους και αποτελούταν από χειριστές που στη σταδιοδρομία τους είχαν ακολουθήσει αποκλειστικά τη μία ή άλλη κατεύθυνση, η πραγματικά «μεικτή» εκπαίδευση έγινε στις ΗΠΑ – εκτός αν υπήρξε κάποια άγνωστη προεργασία στην Ελλάδα. Μία μεικτή εκπαίδευση με 90 εξόδους, εξαιρετικά εντατική μελέτη και διαλέξεις καθώς και βολές κάθε είδους όπλου, ασφαλώς δεν καθιστούσε τους χειριστές που προέρχονταν από μοίρες αέρος/εδάφους εφάμιλλους με τους συναδέλφους τους που προέρχονταν από μοίρες αέρος/αέρος στην αεροπορική μάχη, ούτε και το αντίθετο. Είναι όμως προφανές ότι η επιτυχής ολοκλήρωση της εκπαίδευσης σε αμερικανικό σχολείο που «δεν χαρίζονταν» για κανέναν λόγο, παρείχε ένα επίπεδο που οι ίδιοι οι Αμερικανοί θεωρούσαν επαρκές για τη δική τους την Αεροπορία – πολύ πιο προηγμένη από την ΠΑ ή την ΤΑ, ιδίως κατά την εποχή εκείνη.

[xvii] https://www.haf.gr/structure/ata/11i-msep/

[xviii] Μήτσαινας, σελ. 197

[xix] Μήτσαινας, σελ. 197

[xx] Μήτσαινας, σελ. 180-181

[xxi] Στην πραγματικότητα, οι αδικαιολόγητες προσδοκίες αυτές ήταν ο μόνος τρόπος να αντιμετωπιστεί «θεωρητικά» ένα πρακτικό πρόβλημα που στην πραγματικότητα ήταν άλυτο. Με τα μέσα που η Εθνική Φρουρά διέθετε, δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα την εξάλειψη του θύλακα και την απόκρουση της απόβασης επί της ακτής, οι δύο ενέργειες μπορούσαν να γίνουν διαδοχικά μόνον. Επειδή όμως η διαδοχική εκτέλεση των ενεργειών είχε πολιτικές προϋποθέσεις που οι πολιτικοί αρνούνταν να επιλύσουν, η στρατιωτική ηγεσία βάσιζε τις μόνες εφικτές στρατιωτικές λύσεις σε φανταστικές προϋποθέσεις.

Οποιαδήποτε ομοιότητα με την σύγχρονη ελληνική αμυντική πολιτική είναι τυχαία…

[xxii] Erickson, σελ. 88

[xxiii] Αποκλειστική πηγή του βιβλίου για την τουρκική αεροπορική κινητοποίηση είναι… ένας σκανδιναβικός ιστότοπος, ο οποίος με τη σειρά του φαίνεται ότι γενικά βασίζεται στο άρθρο του Καϊμακλή με κάποιες ήσσονος σημασίας μικρές προσθήκες (όπως αυτή για τα ραντάρ), απροσδιόριστης προέλευσης.