Πόλεμος και Ειρήνη (μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος).

Γράφει ο Γεώργιος Νησιώτης.


Θα μπορούσε να είναι ο τίτλος του γνωστού λογοτεχνικού έργου του διάσημου Ρώσου συγγραφέα, Λεόν Τολστόι, όμως πρόκειται για ένα ρεαλιστικό σενάριο μελλοντικής εξέλιξης ή για ένα γεωπολιτικό αφήγημα με παγκόσμιες διαστάσεις.

Δύο έννοιες, δύο κράτη, μία γειτονιά. Η μία έννοια να αποτελεί κατά τον Ηράκλειτο την αρχή κάθε αλλαγής και ανανέωσης(Πόλεμος Πατήρ Πάντων) και η άλλη έννοια να αποτελεί την πεμπτουσία της χριστιανικής πίστης (Ειρήνη Υμήν).


Το πρώτο κράτος ασιατικής προέλευσης, τουρκικής καταγωγής και μουσουλμανικής πίστεως ταυτίζεται περισσότερο με την ιδέα του πολέμου ακολουθώντας επεκτατική στρατηγική εις βάρος των όμορων κρατών του και εφαρμόζοντας το δόγμα του Ισλάμ έναντι των απίστων.


Το δεύτερο κράτος ευρωπαϊκής προέλευσης, ελληνικής καταγωγής και χριστιανικής πίστεως έχει υιοθετήσει μία ήπια στρατηγική χαμηλών τόνων και μία ανεκτική στάση απέναντι στους καταπατητές και στους επίβουλους γείτονες θεωρώντας κατά αυτόν τον τρόπο πως εργάζεται για την ειρήνη στην γειτονιά και στην ευρύτερη περιοχή.

Ο πόλεμος όμως σύμφωνα με τον Πρώσο θεωρητικό του πολέμου, Καρλ φον Κλάουσεβιτς είναι ‘’η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα’’, ενώ ο Γεωργιανός Σοβιετικός ηγέτης, Ιωσήφ Στάλιν έλεγε πως ‘’η ειρήνη είναι πόλεμος κρατών με άλλα μέσα’’. Ο πόλεμος υφίσταται μέσα σε περιόδους ειρήνης είτε με την μορφή οικονομικού πολέμου, είτε εμπορικού, είτε διπλωματικού, είτε πολιτισμικού (όπως πράττει η Τουρκία τα τελευταία χρόνια με το μεταναστευτικό). Και η ειρήνη εμφανίζεται εν καιρώ πολέμου σε μικρά χρονικά διαστήματα, λόγω ανασύνταξης των στρατιωτικών δυνάμεων ή των διπλωματικών διαπραγματεύσεων, μέχρι την τελική της επικράτηση.


Αυτό το οποίο οφείλουμε να κατανοήσουμε ως έθνος και να οριοθετήσουμε ως κράτος είναι τι είδους ειρήνη θέλουμε και μέχρι τι σημείο είμαστε διατεθειμένοι να διαπραγματευτούμε επιδιώκοντας την ειρήνη στην περιοχή και με ποια μέσα (πολιτικά, οικονομικά, στρατιωτικά) και με ποιο σκοπό (πολιτικό ή γεωστρατηγικό) θα οδηγηθούμε σε πόλεμο αν χρειαστεί με την γείτονα χώρα σε περίπτωση που επιλέξουμε την οδό της κρατικής βίας και της σύγκρουσης;

Η Τουρκία είτε μας αρέσει, είτε όχι έχει κάνει την επιλογή της και έχει θέσει το δίλλημα στην Ελλάδα με τον δικό της διπλωματικό τρόπο:
‘’Αν θέλετε ειρήνη, συμβιβάζεστε! Αν θέλετε πόλεμο, συγκρούεστε!’’

Η φιλειρηνική και η φιλοπόλεμη παράταξη στην Τουρκία

Όσο κι αν φανεί περίεργο ή παράλογο η φιλειρηνική παράταξη της γείτονας χώρας είναι η ισλαμική και αυτή που εκφράζει ο τωρινός της Πρόεδρος, Ρεντζέπ Ταγίπ Ερντογκάν.

Η ισλαμική παράδοση του κόμματος του Ερντογκάν έχει τις ρίζες της στην πάλαι ποτέ οθωμανική αυτοκρατορία (εξού και οι αυτοκρατορικές φαντασιώσεις του προέδρου) και στον ισλαμικό πολιτισμό. Για τους ισλαμιστές της Τουρκίας, η Τουρκία πρέπει να απομακρυνθεί από την Δύση που την ‘’αδίκησε’’ ιστορικά συμβάλλοντας στην διάλυση της αυτοκρατορία της και στηρίζοντας τους σκλαβωμένους λαούς, Έλληνες, Σέρβους, Βούλγαρους, κ.α. και να στραφεί πολιτιστικά και γεωπολιτικά προς τη Μέση Ανατολή και τους αδελφούς μουσουλμάνους. Οι Τούρκοι ισλαμιστές ονειρεύονται μία μεγάλη σε έκταση πατρίδα με κύρια ιδεολογία την ισλαμική πίστη και το δόγμα του Αλλάχ, με γεωστρατηγικό προσανατολισμό την Ανατολική Μεσόγειο και την Μέση Ανατολή και με τον ρόλο του περιφερειακού κέντρου και του πολιτιστικού διαμεσολαβητή μεταξύ Ευρώπης και Ασίας. Πνευματική τους πατρίδα είναι η Μέκκα και αυτοκρατορικό κέντρο είναι η Κωνσταντινούπολη. Οι Έλληνες για αυτούς είναι ένας λαός που ξεσηκώθηκε επηρεασμένος από τις δυτικές ιδέες του εθνικισμού και του διαφωτισμού και υποκινούμενος από τις Μεγάλες Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) και πως με κοινή καλή θέληση και με γνώμονα την ‘’ειρήνη της περιοχής’’ θα μπορούσαν τα δύο κράτη να συνυπάρξουν στο Αιγαίο και να ζήσουν ειρηνικά, αν οι Έλληνες αναγνώριζαν όπως και τότε τα πρωτεία του Προέδρου (Σουλτάνου) και την ανωτερότητα του τουρκικού στρατού και της τουρκικής εξουσίας.

Η αντίπαλη πολιτική παράταξη και η πιο φιλοπόλεμη ιστορικά, είναι η κεμαλική. Η κεμαλική παράταξη γεννήθηκε μέσα από τις στάχτες της οθωμανικής αυτοκρατορίας και ταυτίστηκε στην πορεία της με την πρώτη τουρκική δημοκρατία. Έχει φιλοδυτικό δημοκρατικό προφίλ και εμφορείται από ακραίο εθνικισμό. Οι Τούρκοι κεμαλιστές πιστεύουν στον τουρκικό εθνικισμό και στον εκδημοκρατισμό των θεσμών όπως τον εφάρμοσε ο ‘’πατέρας’’ των Νεότουρκων, Κεμάλ Ατατούρκ. Θεωρούν πως η Τουρκία πρέπει να στραφεί προς την Ευρώπη και να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση καθώς έχει πολλά περισσότερα να προσφέρει προς αυτή (και να εισπράξει σαφώς) σε σύγκριση με την Ελλάδα, τόσο σε πληθυσμιακό επίπεδο και αγοράς, όσο και σε οικονομικό και γεωπολιτικό. Για τους κεμαλιστές, κυρίαρχη ιδεολογία είναι ο τουρκικός εθνικισμός και το Δόγμα του Κεμάλ. Η θρησκεία για αυτούς είναι ταυτισμένη με την ιδεολογία αλλά μπαίνει σε δεύτερη θέση παραχωρώντας το ηγεμονικό κομμάτι της πολιτικής τους στο τουρκικό αίμα και στην τουρκική γη. Ονειρεύονται ένα σύγχρονο πανίσχυρο έθνος-κράτος δυτικής δομής, τουρκικής ταυτότητας και μουσουλμανικής πίστης. Πνευματική τους πατρίδα είναι η Θεσσαλονίκη, διότι εκεί γεννήθηκε το κίνημα τους (εξού και οι συχνές αναφορές στην πόλη του Βορρά) και ιστορικό τους κέντρο είναι η Άγκυρα.Για τους εθνικιστές κεμαλιστές της Τουρκίας, οι Έλληνες είναι ένας εκ φύσεως εχθρικός λαός που πριν 100 χρόνια προσπάθησαν να καταλάβουν τα παράλια της Μικράς Ασίας και να καταλύσουν από τον χάρτη την Τουρκία ως κράτος και ‘’έφαγαν’’ τα μούτρα τους καθώς με την ηγετική φυσιογνωμία του Κεμάλ Ατατούρκ ‘’πέταξαν’’ τους γκιαούρηδες στην θάλασσα (μία κουβέντα που ξεστομείται συχνά από τουρκικά χείλη) και αναγεννήθηκε η νέα Τουρκία.
Η Ελλάδα κατά αυτούς είναι ένα κράτος που πρέπει να αφανιστεί από τον χάρτη ή στην καλύτερη να κάνει ότι λένε οι στρατοκράτες και οι εθνικιστές πολιτικοί της Τουρκίας αλλιώς θα βιώσουμε σαν λαός ξανά την εποχή του 1922.

Εν κατακλείδι, η μόνη διαφορά μεταξύ των δύο παρατάξεων είναι πως η πρώτη θέλει υποταγή και αφομοίωση κατά τα οθωμανικά πρότυπα και η δεύτερη επιθυμεί εξόντωση και σύγκρουση κατά τις γενοκτονικές πολιτικές της. Ή αυτό που είχε προβλέψει δεκαετίες πριν ο πολιτικός αναλυτής και γεωστρατηγιστής, Παναγιώτης Κονδύλης:

‘’Το δίλλημα για την Ελλάδα είναι, δορυφοροποίηση ή σύγκρουση; το πρώτο σημαίνει αλλοίωση της εθνολογικής και πολιτιστικής ταυτότητας ενώ το δεύτερο σημαίνει ολοκληρωτικό αφανισμό’’. Και το δίλλημα είναι ακριβές εδώ και καιρό προς τις ελληνικές αρχές…

Η φιλειρηνική και η φιλοπόλεμη πλευρά στην Ελλάδα

Η έννοια της ειρήνης εκλαμβάνεται διαφορετικά από τις ελληνικές κυβερνήσεις και η οποιαδήποτε πολιτική κατευνασμού και οπισθοχώρησης με πρόσχημα την διατήρηση της ειρήνης στην περιοχή της Μεσογείου εξυπηρετεί εις βάθος την διατήρηση της εξουσίας στον κοινοβουλευτικό θώκο και την πιστή τήρηση των συμφερόντων των εταίρων παρέχοντας προστασία στους Έλληνες πολιτικούς.

Το κρατικό αφήγημα της ειρήνης και της συνεργασίας μεταξύ των δύο λαών βρίσκει την ελληνική πλευρά να προσπαθεί διακαώς να πείσει την Τουρκία πως έχει καλές προθέσεις και πως είναι διατεθειμένη να συνομιλήσει για οποιοδήποτε θέμα ώστε να διατηρηθεί η ομαλότητα στο Αιγαίο (κι οι Έλληνες πολιτικοί στην εξουσία, π.χ. Ίμια  ’96).  Οι ρίζες της παρατάξεως ανέρχονται πίσω στο 1927 και στον τότε Πρωθυπουργό της Ελλάδος, Ελευθέριο Βενιζέλο ο οποίος υπέγραψε την Συνθήκη Ειρήνης με την Τουρκία, μόλις 5 χρόνια μετά την Μικρασιατική Καταστροφή και τον Ξεριζωμό των Ελλήνων. Η ιδεολογία της φιλειρηνικής παρατάξεως είναι η φιλελεύθερη δημοκρατία και ο ευρωπαϊσμός. Η Ελλάδα ως κράτος ενταγμένο στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και με δυτικό προσωπείο οφείλει να κρατάει ανεκτική στάση και να υιοθετεί μια συμπεριφορά κατανόησης απέναντι σε κάθε απαιτητικό και εχθρικό γείτονα της λόγω της ‘’εκλεπτυσμένης’’  και ‘’πολιτισμένης’’ της ταυτότητας. Ένα πολιτικό φαινόμενο που αγγίζει τα όρια της ψυχοπαθολογίας και του εθνικού μαζοχισμού. Για τους δημοκράτες της Ελλάδος, πνευματική πατρίδα είναι η Ευρώπη, τα σαλόνια της Γαλλίας και οι αίθουσες των Βρυξελλών, ενώ διοικητικό κέντρο η Αθήνα, όπως θέλησαν οι Δυτικοί Σύμμαχοι με την εγκαθίδρυση του πρώτου ελληνικού κράτους.

Κατά τους Ευρωπαίους, οι συνομιλίες, οι παραχωρήσεις και οι διαπραγματεύσεις εις βάρος μέλους κράτους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή της χώρας μας με έναν Ασιάτη μπορούν να ‘’μαλακώσουν’’ τον επεκτατικό Πρόεδρο και σε βάθος χρόνου να αφομοιώσουν την τουρκική επικράτεια και τον λαό της κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Αυτό που αγνοούν οι Έλληνες πολιτικοί είναι πως μια εξευρωπαϊσμένη Τουρκία είναι πολύ πιο σημαντική για τα ευρωπαϊκά συμφέροντα από μια εξευρωπαϊσμένη Ελλάδα λόγω της γεωγραφικής της θέσης και του μεγάλου πληθυσμού της. Εν αντίθεση, με μια ισλαμική Τουρκία η οποία λόγω της ιδεολογίας της και της φύσεως της θα αδυνατούσε να ενταχθεί πλήρως στην Ευρώπη και θα έδινε έστω και τυπικά και φαινομενικά το προβάδισμα στην ελληνική πλευρά παρόλο που όπως έχει γίνει σαφές από την ιστορία ότι ο παράγοντας γεωγραφία δεν μπορεί να αγνοηθεί. (Η Εκδίκηση της Γεωγραφίας – Ρόμπερτ Κάπλαν)

Ο Μεγάλος Παναγιώτης Κονδύλης επιβεβαιώνεται για ακόμη μία φορά στα γραφόμενα του όταν έλεγε: ‘’πως η Τουρκία είναι πολύ σημαντική γεωγραφικά για να παραμεληθεί και πως η Ευρώπη θα κληθεί να της κάνει τα χατίρια με έξοδα ελληνικά από την στιγμή που δεν μπορεί η ίδια να ικανοποιήσει την ακόρεστη δίψα της’’.  

Η ειρήνη κατά το ελληνικό πολιτικό σύστημα παρουσιάζεται ως μια γυναίκα ρακένδυτη και ενδεή, με ευτελές παρουσιαστικό και με χαμηλή αυτοεκτίμηση, η οποία είναι έτοιμη να ικανοποιήσει τις επιθυμίες κάθε ανδρός ώστε να της πετάξουν ένα κομμάτι ψωμί (ή και κονδύλιο) και να επιβιώσει με κάθε τρόπο στον κόσμο μας.

Η φιλοπόλεμη παράταξη στην Ελλάδα είναι πολιτικά ανύπαρκτη για δύο λόγους.

Πρώτον διότι η έννοια πόλεμος δεν εντοπίζεται στον ελληνισμό ως μια ψυχολογική κατάσταση μόνιμης παρουσίας παρά ως μια αναγκαία κατάσταση για την υπεράσπιση των βωμών και εστιών. Δεύτερον διότι το πολιτικό σύστημα μετά την Μεταπολίτευση δεν άφησε τα περιθώρια ανάπτυξης νέων γεωστρατηγικών θέσεων και εναλλακτικής πολιτικής γραμμής προς τα εθνικά θέματα εφόσον σύσσωμος ο κοινοβουλευτισμός ασπάζεται, μηδενός εξαιρουμένου κόμματος, το αφήγημα της ειρήνης στην απεχθή μορφή του. Πρόσωπα, φωνές και απόψεις οι οποίες μπορούν να ταυτισθούν με μια πιο δυναμική πολιτική και με μια στρατηγική πυγμής, φιλοπόλεμη δεν θα την λέγαμε, βρίσκονται μόνο στα λαϊκά στρώματα ανεξαρτήτου τάξεως, στους πολίτες υψηλού φρονήματος, σε πρώην καταδρομείς και έφεδρους αξιωματικούς και σε ανεξάρτητους επιστήμονες και φορείς, οι οποίοι δεν λαμβάνουν κρατικό χρήμα για να αποσιωπούν τον κίνδυνο εξ’ ανατολάς.
Οι πάγιες θέσεις αυτής της παράταξης, δυναμικής θα την ονομάζαμε, (διότι απαιτεί μια πιο δυναμική ελληνική στάση με γνώμονα τα εθνικά συμφέροντα απέναντι στην Τουρκία) συνοψίζεται στις εξής:

1. Η Ελλάδα πρέπει να αναθεωρήσει στρατηγικές συμμαχίες και εταίρους.
2. Η Ελλάδα οφείλει να αποκτήσει εθνική, οικονομική και στρατιωτική αυτονομία, η οποία δεν θα υπαγορεύεται από τρίτους. (πολιτική, επενδύσεις, εξοπλισμούς)
3. Η Ελλάδα πρέπει να αρχίσει να έχει ξανά εθνικές διεκδικήσεις και ιστορικά δίκαια.
4. Η Ελλάδα πρέπει να ορίσει μια κόκκινη γραμμή και να την διεθνοποιήσει.
5. Η Ελλάδα οφείλει να έχει περισσότερο εμπιστοσύνη στις δικές της δυνάμεις (πολιτικές, διπλωματικές, στρατιωτικές) και να μην εξαρτάται από τρίτους.
6. Η Ελλάδα αν θέλει να επιβιώσει, πρέπει να στραφεί περισσότερο προς τον εαυτό της και τον δικό της πνευματικό πολιτισμό και λιγότερο προς την Ευρώπη και τα ιδεολογικά της προϊόντα.


Η κύρια έκφραση μιας δυναμικής γεωστρατηγικής αποτυπώνεται στην κατατοπιστική δήλωση του κυρίου Κωνσταντίνου Γρίβα, καθηγητή Γεωγραφικής Ασφάλειας και Στρατιωτικών Εξοπλισμών:

‘’Η πολιτική των δύο άκρων δεν οδηγεί σε καμία λύση του προβλήματος παρά μόνο συμφέροντα εξυπηρετεί διχάζοντας τον λαό. Η στάση υποταγής και συνθηκολόγησης άνευ όρων με την Τουρκία για την αποφυγή πολέμου από την μία και η μετωπική σύγκρουση μαζί της για την τιμή των όπλων (η γνωστή προβοκατόρικη ερώτηση των στρατευμένων πολιτικών και δημοσιογράφων ‘’και τι θέλετε να κάνουμε, πόλεμοοο;;;’’) αποτελεί σόφισμα. Από την υποταγή μέχρι την σύγκρουση υπάρχει μία τεράστια γκάμα στρατηγικών επιλογών προς αναχαίτιση της Τουρκίας’’.



Παρότι η παράταξη αυτή δεν έχει κάποιον ιδρυτή και εμπνευστή, οι ρίζες της θα μπορούσαν να αναζητηθούν στο αρχαίο ελληνικό πνεύμα, στην βυζαντινή άμυνα, στην επαναστατημένη Ελλάδα και στον υγιή ψυχισμό του ανθρώπου, ο οποίος αντιστέκεται στην αλλοίωση της προσωπικότητας του και στην εργαλειοποίηση του.
Πνευματική πατρίδα των δυναμικών Ελλήνων είναι το Άγιο Όρος και ο Όλυμπος, ενώ η καρδιά τους βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη και στο Αιγαίο Πέλαγος.
Πρότυπα τους θεωρούνται ως πολιτικός κυβερνήτης ο Ιωάννης Καποδίστριας και ως πολεμιστής ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Ο πρώτος προσπάθησε να δημιουργήσει ένα σύγχρονο ανεξάρτητο εθνικό κράτος κι ο δεύτερος θυσιάστηκε για την αυτοκρατορική τιμή και για την πίστη του στο έθνος και στον Θεό.


Επίλογος

Η ειρήνη δεν είναι πάντα η καλή ‘’κυρία’’ της υπόθεσης και ο πόλεμος ο απόλυτος κακός όπως βλέπουμε στις ταινίες. Η ειρήνη που συνοδεύεται με υποταγή, εξαθλίωση, αλλοτρίωση και αφανισμό είναι κατακριτέα και κατάσταση προς αποφυγή. Ο πόλεμος από την άλλη πλευρά μέσα στην καταστροφικότητα του και στην αρειμάνια φύση του μπορεί να αναδείξει τις ευαίσθητες και τις ηθικές πτυχές μιας κοινωνίας, οι οποίες είχαν λησμονηθεί λόγω της υπερκατανάλωσης και της καλοπέρασης στην οποία ζούσαν την περίοδο της επίπλαστης ειρήνης.

Ομολογουμένως, οι Έλληνες ως λάτρεις του πολιτισμού είμαστε υπέρ της ειρήνης, διότι μόνο σε περιόδους ειρήνης μπορεί ο άνθρωπος να δημιουργήσει υψηλό πολιτισμό, τέχνη και θέατρο, γλυπτική και ζωγραφική, ποίηση και λογοτεχνία και να κατευθύνει την ψυχή σε άλλες πνευματικές διαστάσεις.
Από την άλλη μεριά, ο πόλεμος αναγκάζει τον άνθρωπο να επικεντρωθεί μόνο στην κάλυψη των βιολογικών του αναγκών και στην ίδια του την επιβίωση (βέβαια μεγάλο μέρος του πληθυσμού της γης ζει και σε περίοδο ειρήνης κατά αυτόν τον τρόπο), ταυτοχρόνως όμως αναδύεται και η ηθική και η αλληλεγγύη του πολέμου μέσα στις καρδιές των ανθρώπων, οι οποίες είχαν παγώσει από το ψυχρό κλίμα του φιλελεύθερου καπιταλισμού. Κάθε μεγάλη εμφάνιση ενός νέου πολιτισμού ακολούθησε μετά από κάποιον μεγάλο πόλεμο και κάθε μεγάλο έπος γράφτηκε εμπνευσμένο από τα γεγονότα και τα πρόσωπα του πολέμου που προηγήθηκε.

Εξάλλου, οι ίδιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, όντας πορευμένοι με την εν Χριστώ Ειρήνη μέσα στην καρδιά τους και αγαπώντας κάθε κτιστό πλάσμα της Γης ως δημιούργημα του Θεού, λένε πως:


Είναι προτιμότερο ένας πόλεμος σταλμένος από τον Θεό για κάθαρση και αφύπνιση, παρά μία διαβολική ειρήνη προς κοίμηση των συνειδήσεων’’.