Ο Μακεδονικός Αγώνας (1870 – 1904)

Γράφει ο Θεόδωρος Νικολοβγένης

πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό “ΕΥΕΛΠΙΣ” το 1999.


1.ΓΕΝΙΚΑ :

Τον ΄΄ατυχή Πόλεμο΄΄ του 1897, διαδέχτηκε ο Μακεδονικός Αγώνας (Μ.Α).Πρόκειται για τον αγώνα του Ελληνισμού της Μακεδονίας να αντιμετωπίσει τις ενέργειες του Βουλγαρικού Κομιτάτου, οι οποίες στόχευαν στον αφανισμό και την προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία.

2. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ :         

Ολόκληρο το 19ο αιω. σφοδροί πολιτικοί και στρατιωτικοί ανταγωνισμοί συντάραζαν τη Βαλκ. Χερσόνησο τα συμφέροντα των Μ.Δυνάμεων αλληλοσυγκρούονταν και κάθε μια απ’αυτές επεδίωκε για το δικό της όφελος να διαμορφώσει τη μοίρα των Βαλκ.Λαών.  

Ιδιαίτερο όμως ενδιαφέρον έδειχνε η Ρωσία ,  η οποία ασφυκτιούσε απομονωμένη στο Β.Π. Ωκεανό και καθώς η κυριαρχία της τουρκίας μέρα με τη μέρα κλονίζονταν στα πολυεθνικά Βαλκ. Εδάφη, η Ρ. θεωρούσε τον εαυτό της ως το μόνο φυσικό κληρονόμο του Ορθόδοξου Βυζαντίου στην περιοχή αυτή. Έτσι , εν ονόματι της Πανορθ. Εξ. Πολιτικής της εξήγειρε διαρκώς τους Ομοδόξους Έλληνες να ελευθερωθούν, για να τους θέσει στη συνέχεια υπό την κηδεμονία της και μέσω αυτής να κατέλθει στη Μεσόγειο, όπου το χρόνια εκείνα χτυπούσε η καρδιά του κόσμου. Όμως , μετά το 1856, η Ελλάδα, έφυγε απ΄ τη σφαίρα επιρροής της. Από τότε η Ρωσία στράφηκε πια προς τους Βουλγάρους, με τους οποίους , εκτός από το Ομόδοξον τη συνέδεε και το κατα κάποιον τρόπο ομόαιμον.

Μεταλλάσσοντας λοιπόν σε πανσλαβική την εξωτ. πολιτική της , προσπαθούσε να τους αφυπνίσει εθνικά και τους υποσχόταν να τους βοηθήσει να προσαρτήσουν και τη Μακεδονία, η οποία δεν είχε ακόμη ελευθερωθεί και αποτελούσε για την Ίδια τη Ρωσία, πρώτης τάξης δίαυλο εξόδου στο Αιγαίο.

Στα πλαίσια αυτών των διεργασιών, με τις ευλογίες του τσάρου στα 1870 η βουλγ. εκκλησία αποσχίσθηκε απο το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως και στα 1872 αναγνωρίσθηκε ως Αυτοκέφαλος Βουλγ. Εξαρχία.. Έτσι πατριαρχικοί και εξαρχικοί πληθυσμοί στη Μακεδονία, βρέθηκαν αντιμέτωποι σε έναν σφοδρό εκπαιδευτικό και θρησκευτικό ανταγωνισμό για τη διαδοχή της Οθωμανικής κυριαρχίας στο χώρο. Διότι, με την πίεση του Ρώσου πρεσβευτή στην Πόλη, κόμη Ιγνάτιεφ, ο Σουλτάνος υπέγραψε φιρμάνι με το οποίο όριζε ό,τι όπου τα 2/3 των κατοίκων θα αναγνώριζαν ως θρησκευτικό αρχηγό τον έξαρχο, το μέρος εκείνο αυτομάτως θα αναγνωρίζονταν και ως βουλγαρικό. Τα χρόνια εκείνα εξαρχικός σήμαινε βούλγαρος και Πατριαρχικός , Έλληνας. Η εκπαιδευτική και εκκλησιαστική διαπάλη κράτησε περισσότερο από 30 χρόνια (1870 – 1903) και αποτέλεσε την πρώτη φάση του  Μακεδονικού Αγώνα.

            Όμως οι βούλγαροι δεν άργησαν να περάσουν και στη βία των όπλων (2α φάση) , με αποκορύφωμα την επανάσταση του Ίλιντεν στις 20 Ιουλ 1903. Ο Μακεδ. Ελληνισμός διέτρεξε τότε τον έσχατο κίνδυνο και χρειάστηκε προσπάθεια πολλών Μητροπολιτών, Οπλαρχηγών μα κυρίως η θυσία ενός παλληκαριού (Π.Μελάς) , για να αφυπνισθεί το ελεύθερο κράτος, να σπεύσουν οι Πανέλληνες σε βοήθεια των Αλυτρώτων Μακεδόνων

αδελφών τους και να σωθεί η Μακεδονία η βόρεια άκρη της Ελληνικής πατρίδας από την απειλή των βουλγάρων.

Ο Αγώνας ήταν δυσχερής. Οι δυσχέρειες, επετείνοντο από το γεγονός ότι οι κατακτητές Τούρκοι, ουσιαστικά ετήρουν στις περισσότερες των περιπτώσεων Ανθελληνική και φιλοβουλγαρική στάση. Πέραν αυτού σε ορισμένες περιπτώσεις, οι Έλληνες, βρέθηκαν αντιμέτωποι Σέρβων , Ρουμάνων , αλλά και των εκπροσώπων των Μεγάλων Δυνάμεων, τόσο σε τοπικό επίπεδο (αντιπρόσωποι, κλπ), όσο και στο ευρύτερο διπλωματικό.

Κατά τα πρώτα χρόνια της βουλγαρικής δράσεως στη Μακεδονία, η επίσημη Ελλάδα, λόγω της ανάμιξής της στο Κρητικό, αλλά και της ήττας το 1897, έμεινε αμέτοχη και αδιάφορη. Έτσι η απάντηση στη βουλγαρική προπαγάνδα δώθηκε από την ΄΄Εθνική Εταιρία΄΄ στέλνοντας, το 1896, 8 μικρές ανταρτικές ομάδες και από μεμονομένα άτομα.

            Το βάρος λοιπόν στην απάντηση έπεσε για μια ακόμη φορά στην Ορθόδοξη Εκκλησία και το Σχολείο, τα οποία έγιναν οι πόλοι εξάρτησης του πληθυσμού. Ο τότε Πατριάρχης που αποτελούσε ο ίδιος τον πρώτο στόχο της σλαυικής απειλής, έστειλε στη Μακεδονία Μητροπολίτες υψηλής μορφώσεως, νεανικής ηλικίςα και με διάθεση αυτοθυσίας. Αυτοί ήταν :

Ο Δράμας Χρυσόστομος (1902 – 19 ο μετέπειτα Άγιος Σμύρνης κατακρεουργηθείς από τις μάζες των μαινόμενων Τούρκων.

Οι Πελαγονίας (Μοναστηρίου) :

– Νεόφυτος (1887 – 1891), ο μετέπειτα Πατριάρχης Νεόφυτος Η., Αλέξανδρος (1891 – 1895) ,Κοσμάς (1895 – 1900), Αμβρόσιος (1900 – 1903), Ιωακείμ ο Γ (1903 – 1909)

Οι Αχρίδας και Πρεσπών : Αμβρόσιος (1896 – 1900), ο μετέπειτα Πελαγονίας, Άνθιμος (1900 – 1906), Γερμανός (0 μετέπειτα Ελευθερουπόλεως,

θανατωθείς εκεί το 1916 από τους Βουλγάρους για την πλούσια εναντίον τους δράση του).

Οι Στρωμνίτσης :

Γρηγόριος ( ο μετέπειτα Κυδωνιών, θανατωθείς υπό των Τούρκων, ταφής ζωντανός μετά 38 ιερέων κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή), Ιερόθεος Χατζηπαπάς (τραυματίσθηκε στο μάτι από Βούλγαρο σε ώρα λειτουργίας), Αγαθάγγελος, Αρσένιος, ο Κορυτσάς Φώτιος (1902 – 1906) φονευθείς υπό συμμορίας Βουλγάρων και οπαδών της Ρουμανικής προπαγάνδας, ο Γρεβενών Αιμιλιανός (1908 – 1911), ο οποίος δολοφονήθηκε το 1911, από πράκτορες των Ρουμάνων.

Οι Νευροκοπίου :

Νεόφυτος (1896 – 1900), Νικόδημος (1900 – 1903), Θεοδώρητος (1903 – 1907)

Οι Μελενίκου :

– Ιωακείμ (1901 – 1903), Ειρηναίος, ο Σερρών Γρηγόριος (1892 – 1909) ], Πολυανής Φώτιος.

Εξέχουσα θέση για τη δράση του χωρίς την οποία ο Μ.Α πιθανόν να μην υπήρχε ήταν ο Καστορίας Γερμανός Καραβαγγέλης. Ο Κ. από το 1902 ξεκίνησε την οργάνωση του ενεργού αγώνα. Δημιούργησε επιτροπές αποτελούμενες από προξένους, διπλωματικούς υπαλλήλους , δασκάλους, ιερείς, γιατρούς που σημείωσαν αξιόλογη δράση. Επίσης με τις περιοδείες του πέτυχε σημαντικά αποτελέσματα στο ηθικό και την οργάνωση των κατοίκων:

΄΄ Όταν έφτασα εκεί (Καστοριά 1900),βρήκα τον τόπο σε άθλια

 κατάσταση…

Στις αρχές του 1901 έκανα μα μεγάλη περιοδεία σε όλα τα σλαβόφωνα

χωριά των Koρεστίων.

Στο Κονομπλάτι., το χωριό του (αρχικομιτατζή) Μήτρου Βλάχου,

 οι βούλγαροι δε θέλησαν να μας παραδώσουν τα κλειδά της εκκλησίας.

Τότε εγώ με τον καβάση μου (σωματοφύλακα) Eμίν, έχοντας κρεμασμένα στους ώμους τα όπλα μας, σπάσαμε με τσεκούρια την πόρτα, μπήκαμε και

λειτούργησα, χωρίς κανένας να τολμήσει να μ’ εμποδίσει….

Τα Χριστούγεννα του 1901 πήγα στη Βασιλειάδα.

Eκεί είχαμε δυο παπάδες δικούς μας, ένα δάσκαλο και μερικούς άλλους, μα όλοι ήταν τρομοκρατημένοι. Φιλοξενήθηκα στο σπίτι τoυ Παπα Γιώργη και τα μεσάνυχτα θα κάναμε τη λειτουργία.

Γράφω στους Βουλγάρους να μου στείλουν τα κλειδιά της εκκλησίας. Mου γράφουν. «Πρώτα θα λειτουργήσουμε εμείς και ύστερα εσείς».

Τους απαντώ: «Πρώτα εγώ και ύστερα εσείς». Ήταν εκεί και ο αρχικομιτατζής Τσακαλάρωφ και ο Μήτρος Βλάχος. Εξήντα άντρες και χώρια οι

χωρικoί. «Θα σπάσω», τους λέω, «την πόρτα να μπω μέσα». Moυ στέλνουν επιτροπή να με πείσει ότι είναι καλύτερα να λειτουργήσουν αυτοί πρώτα.

« Οχι»,τους απαντώ. Σηκώθηκαν κι  έφυγαν χωρίς να μου δώσουν τα κλειδιά.

«Εμίν», φωνάζω στον καβάση μου,  «πήγαινε στον καίμακάμη να

πεις να μας στείλει στρατό». Αυτοί τ’ άκουσαν και μου έστειλαν τα κλειδιά.

Έτσι τα μεσάνυχτα πήγα με το περίστρoφo στο χέρι…. Στην εκκλησιά, πίσω από το θρόνο, ήταν ένας δικός μας με το πιστόλι. Έτσι  λειτούργησα.

Η λειτουργία στη Βασιλειάδα ήταν αλήθεια άγρια. Μα έτσι επιβλήθηκα…

Από εκεί έφυγα για το χωριό Αετό. Πριν πάω όμως στο χωριό, πέρασα

Από το μοναστήρι του Αετού. Ο Ηγούμενος ήρθε κι έπιασε τα χαλινάρια του αλόγου μου. «Μην προχωρείς», μου, λέει, «γιατί είναι ένα βουλγαρικό σώμα και θα σε χτυπήσει».

Εγώ όμως προχώρησα, έφτασα στον Αετό και λειτούργησα. ΄΄

Συναντήθηκε με τους ντόπιους οπλαρχηγούς Κώττα  από τη Ρούλια και Βαγγέλη απ΄ το Στρέμπενο, με τη βοήθεια των οποίων δημιούργησε την πρώτη ένοπλη αντίδραση στους κομιτατζίδες. Οργάνωσε παράλληλα και ένα πλήρες δίκτυο πληροφοριών σε όλη την Μητρόπολη. Επειδή όμως για τον αγώνα χρείζονταν άνδρες, όπλα, πούχα, και χρήματα, το 1903 έκανε έκκληση με τον Πρόξενο Μοναστηρίου  Κυπραίο και τον Υποπρόξενο Ίωνα Δραγούμη στην κυβέρνηση.

Το πρώτο ανταρτικό σώμα εισήλθε στη Μακεδονία με ιδιωτική πρωτοβουλία νεαρών Αξκων  (Π.Μελά, Α.Εξαδάκτυλου, Κ.Μαζαράκη, Γ.Τσόντου, Γ.Κατεχάκη κ.α). Την ίδια περίπου εποχή εξοντόθηκαν τα σώματα του καπ. Κώττα και του καπ. Βαγγέλη.

Στις αρχές του 1904ιδρύθηκε στην Αθήνα από το Δ.Καλαποθάκη, ιδιοκτήτη της εφημερίδας ΄Εμπρός ΄ το μυστικό Ελληνικό Μακεδονικό Κομιτάτο με σκοπό την οργάνωση και τη διεξαγωγή ενεργού Άμυνας. Παράλληλα αποφασίσθηκε η τοποθέτηση ως Γεν.Προξένων, στη Θεσσαλονίκη του Λ.Κορομηλά και στο Μοναστήρι του Δ.Καλλέργη καθώς και η τοποθέτηση στα προξενεία Ελλήνων Αξκων ειδικά εκπαιδευμένων. Τον ΑΥΓ του 1904 τα πρώτα οργανωμένα Ελληνικά σώματα εισέρχονται στη Μακεδονία. Τη νύχτα 27/28 ΑΥΓ ο Π.Μελάς μπαίνει για τρίτη φορά στη Μακεδονία, επι κεφαλής 30 ανδρών, ως Αρχηγός των σωμάτων της Δυτ.Μακεδονίας. Οργανώνει, εμψυχώνει και βοηθά τους Έλληνες, αλλά και μετανοεί τους βουλγάρους και τιμωρεί όσους δε δέχονται την πρόσκλησή του. Η ευγενική του ψυχή κερδίζει τους πάντες και μεταβάλλει τους φοβισμένους χωρικούς σε ημίθεους πολεμιστές…       

  ‘’  Στις 12 Oκτωβρίoυ 1904 ο Παύλoς Μελάς με τριάντα. περίπoυ συντρόφους του έφτασε στο χωριό Στάτιστα, πάνω στο Bίτσι. Eίναι κατάκοπoι από τις πολυήμερες πορείες,

βρεγμένoι ως το κόκαλο από τις αδιάκοπες φθινoπωρινές βροχές.

          Ο Nίκoς Πύρζας , Φλωρινιώτης σύντροφος του Μελά., συμβoυλεύει να. λημεριάσουν στο δάσος, έξω από το χωριό. Μα ο Αρχηγός επιμένει:

        -Όλο τα λημέρια και τα δάση αγαπάς, Νίκo… Tα παιδιά. είναι κουρασμένα., βρεγμένα.. Ας μείνoυμε στο χωριό  να στεγνώσουν λιγάκι.

Eτσι μπήκαν στο χωριό, που αγιάστηκε με το τίμιo αίμα τoυ.

         Οι χωρικoί τους δέχτηκαν μ’ ενθoυσιασμό. Τους ταχτoπoίησαν σε τέσσερα καταλύματα. Τους πρόσφεραν πρόθυμα ό,τι χρειάζoνταν.

         Την άλλη μέρα όλα τριγύρω φαίνoνταν  ήσυχα. Tα καραoύλια άγρυπνα φύλαγαν στα υψώματα.

        Το μεσημέρι ο Παύλος έφαγε στο κατάλυμά του με τους προεστούς του χωριoύ. Στο τραπέζι τούς μίλησε με λόγια θερμά. Για την Πατρίδα και, όταν έφευγαν, τους κάλεσε να ξανάρθουν το βράδυ και με άλλους να συζητήσουν .

       Δεν πέρασε πολλή ώρα. και μια γυναίκα. τρομαγμένη τον ειδoπoίει ότι στρατός τoυρκικός ερχόταν κατά το χωριό. «Ε, είπε ο Παύλος, θα έρθει, θα περάσει» κι ατάραχος μήνυσε τα παλικάρια του να μείνoυν στα καταλύματά τους και να .μην κoυνηθεί κανείς, χωρίς εντολή δική του.

       Σε λίγo oι Toύρκoι μπήκαν στη Στάτιστα. Τους είχε oδηγήσει εκεί μ’ ένα σατανικό τέχνασμα ο αρχικομιτατζής  Μήτρος Βλάχος. Δικός του άνθρωπος, που προσποιήθηκε τον Έλληνα., παρoυσιάστηκε στους Τούρκους και τους είπε μυστικά πως στη Στάτιστα ήταν κρυμμένοι. Βούλγαροι.. Οι. Τούρκοι πίστεψαν κι. έσπευσαν να τους καταδιώξουν.

       Από τα παράθυρα των σπιτιών, στα oπoία φιλoξενoύνταν, οι. Μακεδονομάχοι. βλέπουν τους Τούρκους να.μπαίνουν στο χωριό.Αρκετoί κατευθύνονται προς το σπίτι. που βρίσκεται. ο Μελάς με τέσσερις δικούς του. Σταματούν απέναντι. και αρχίζoυν να χτυπούν με τα όπλα τους την πόρτα του αντικρινoύ

σπιτιoύ, όπου φιλοξενούνταν άλλοι επτά Μακεδoνoμάχoι.

      Οι Τούρκοι τώρα χτυπούν δυνατότερα, απειλούν να σπάσουν την πόρτα, να βάλουν φωτιά στο σπίτι, για να τους κάψουν ζωντανούς. Μερικoί πλησιάζoυν στο κατάλυμα .      Ο αρχηγός, που παρακολουθεί από το παράθυρο όλες τις κινήσεις, του εχθρού, σηκώνει το όπλο του, σημαδεύει και πυροβολεί. Τα. παλληκάρια του δευτερώνουν. Pίχνουν κι από τα άλλα καταλύματα.. Οι Τούρκοι τρομαγμένοι διασκορπίζονται. Πιάνουν θέσεις κι αρχίζουν και αυτοί να ρίχνουν. Η μάχη ανάβει, μα δε διαρκεί πολύ…

      Σε λίγο οι πυροβολισμοί σταμάτησαν…

Τότε ο Μελάς άνοιξε προσεχτικά την πόρτα., κατέβηκε την ξύλινη ανεμόσκαλα κι έτρεξε με τους άντρες του να. πιάσουν θέσεις σ’ ένα στάβλο, που ήταν στην άλλη άκρη της αυλής.

Eίχε αρχίσει να. σουρουπώνει… Μαζί με το σκοτάδι της νύχτας ,μια παγερή σιγή θανάτου απλωνόταν σε όλο το χωριό τριγύρω… Οι γενναίοι ατάραχοι ξαναβγήκαν στην αυλή.

         Τότε μια μόνον τουφεκιά τάραξε τη γαλήνη της νύχτας…

          Στη μέση με πήρε παιδιά, είπε με πνιγμένη φωνή ο Παύλος και πληγωμένος βαριά σύρθηκε στο στάβλο.

         Χτυπημένο το παλικάρι ακούμπησε στ’ άχυρα το κορμί του και κάλεσε τους συναθλητές του.. Έβγαλε έπειτα το σταυρό από το λαιμό του, τον πρότεινε στον Πύρζα και του παράγγειλε:

          «Το σταυρό να τον δώσεις στη γυναίκα μου και το τουφέκι στο Μίκη (το γιο του) και να τους πεις ότι το καθήκον μου έκαμα».

Ύστερα έβγαλε από το πορτοφόλι τις φωτογραφίες των παιδιών του, τις κοίταξε και ξεζώθηκε. Στη μέση φάνηκαν αίματα…. Πονούσε  πολύ…

– «Σκοτώστε με, παιδιά… πώς Θα μ’ αφήσετε στους Τούρκους; » έλεγε στους συντρόφους.

Οι πόνοι όλο και δυνάμωναν περισσότερο…

– Πονώ, φώναζε τώρα δυνατά.

– Νίκο, εσύ πώς θα. μ’  αφήσεις, είπε στον Πύρζα..

Εκείνος γονάτισε πλάι στον αρχηγό και συγκινημένος τον φίλησε στο στόμα..

– Κοντά σου είμαι, καπετάνιε ,δε σ’ αφήνουμε, του είπε.

Τα. χείλη του ήταν ψυχρά. Το κορμί του πονούσε. Στα. χέρια κρατούσε ακόμα τις φωτογραφίες των παιδιών και πρόφερε τ όνομά τους…

Σε λίγο δεν μπορούσε πια να κουνηθεί από τη θέση του. Ούτε τα.

παιδιά του ονόμαζε…

– Πονώ, είπε πάλι σιγανά και ξεψύχησε…….

Το νεκρό έθαψαν πρόχειρα έξω από τη Στάτιστα (Μελάς), σε ασφαλές μέρος. Ύστερα από μερικές ημέρες οι συμπολεμιστές του τον ξέθαψαν για να τον μεταφέρουν στο Μοναστήρι. Όμως αιφνιδίως στην περιοχή έκανε την εμφάνισή του ένα τουρκικό απόσπασμα, οπότε μη δυνάμενοι να μεταφέρουν ολόκληρο το νεκρό, του έκοψαν το κεφάλι και το έθαψαν με τιμές στο παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής του Πισοδερίου, μπροστά από την Ωραία Πύλη. ΄΄

Ο θάνατος του Π. Μελά διαδόθηκε ταχύτατα στη Μακεδονία και την Ελεύθερη Ελλάδα. Παντού θρηνήθηκε ως Εθνικός ήρωας. Η συνταρακτική είδηση του χαμού του, αντί να πτοήσει, χαλύβδωσε τις ψυχές όλων των Ελλήνων, όπου και αν ευρίσκοντο. Ο Π.Μελάς απετέλεσε το είδωλο του αγώνα. Έτσι, πολλοί συνάδελφοί του παρακινήθηκαν (3η φάση ) να ακολουθήσουν το δρόμο του προς τη Μακεδονία.

            Στο τέλος του 1904 τον Π.Μελά στην αρχηγία διαδέχτηκαν οι συμμαθητές του Ανθλγος Κατεχάκης και Γ.Τσόντος (καπ. Βάρδας) με τους ειδικά εκπαιδευμενους οπλαρχηγούς και άνδρες στο ειδικό κέντρο της Βουλιαγμένης απ΄ το 1903. Η δράση τους ήταν τεράστια και στις περιοχές Φλώρινας – Καστοριάς έφερε σύγχυση και μεγάλες ζημιές στο βουλγαρικό κομιτάτο.

            Απ΄ το 1905, ο αγώνας συστηματοποιείται περισσότερο και επεκτείνεται στην υπόλοιπη Μακεδονία..

Τα σώματα παραμένουν κρυμμένα την ημέρα στην ύπαιθρο και μόνο τη νύχτα επιχειρούν.

‘’Τα ελληνικά σώματα έμπαιναν στα χωριά τo σούρουπο σε αναζήτηση τροφής και για λίγων ωρών ύπνο και αναχωρούσαν πάλι, πριν απότην αυγή, αναζητώντας ασφάλεια σε λημέρια μέσα σε δύσβατα δάση, όπου αναπαύονταν την ημέρα ασφαλείς.

Aυτή η παρουσία των Ελληνικών σωμάτων, που κινούνταν τη νύχτα ή περνούσαν από βουνό σε βουνό την ημέρα, από τη μια μεριά περιόριζε την ελευθερία κινήσεων των κομιτατζήδων και από την άλλη ενθάρρυνε τους Πατριαρχικούς να παραμείνουν σταθεροί, παρά τις σύνεχεις πιέσεις των κομιτατζίδων.

Oι Έλληνες αντάρτες δεν έδιναν συνεχώς μάχες. Αντίθετα έπρεπε να αποφεύγουν όσο μπορούσαν τα τουρκικά αποσπάσματα .Όταν είχαν πληροφορίες για τις κινήσεις των κομιτατζήδων, έστηναν ενέδρες…

Η ζωή των ανταρτών ήταν μια διαρκής κίνηση, ζωή στερήσεων και ατελείωτων πορειών στο χιόνι και στη βροχή ή στη ζέστη κατακαλόκαιρου.΄΄

«Μακεδονικός Αγώνας»  D. Dakjn

Περί το τέλος του 1905 στην Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία δρουν 14 περίπου Ελληνικά σώματα με 10 – 40 άνδρες το καθένα και 2 – 10 μυστικούς πολιτοφύλακες σε κάθε χωριό.

            Αξιόλογα αποτελέσματα είχαν τα σώματα των οπλαρχηγών Μαζαράκη (κ. Ακρίτα), Σπυρομήλιου, Τσόντου (κ. Βάρδα),κ. Δούκα, καπ. Καραβίτη, καπ. Π.Γύπαρη, καπ. Γ.Δικ.Μακρή, Ανθλγου Παπαδά (Φούφα), Γρ.Φαληρέα, καπ. Μητρούση, Ανθλγου Νικ. Τσοτάκου, Δ. Π΄΄βιέρου κ.α             Το 1906 ο αγώνας επικεντρώνεται στη Λίμνη των Γιαννιτσών (Βάλτο)που λόγω θέσεως επηρεάζει την επικοινωνία με Βέρροια, Σκύδρα, Έδεσσα και Δυτ. Μακεδονία. Η Δυτ. Πλευρά της Λίμνης

ελεγχόταν από τους βούλγαρους, ενώ το Ανατ. από τους Έλληνες.

            Δεσπόζουσες μορφές του αγώνα στη Λίμνη υπήρξαν οι Ανθλγος Σαρ. Αγαπηνός (Τέλλος Άγρας), Ανθυποπλοίαρχος Ι. Δεμέστιχας, Λχιας Π¨τζανετέας, οι οποίοι επιβλήθηκαν στη Λίμνη και στις γύρω περιοχές.

            Και ενώ στην ύπαιθρο ο αγώνας βαίνει καλώς, τα αστικά κέντρα έπρεπε να οργανωθούν. Η Θεσσαλονίκη ήταν η πρώτη που οργανώθηκε από τον Ανθλγο (ΠΖ) Σουλιώτη –Νικολαϊδη που εμφανιζόμενος ως έμπορος επέτυχε την οργάνωση πρωτύπου δικτύου πληροφοριών, την επάνοδο των Ελληνικών πληθυσμών και γενικότερα τον έλεγχο της πόλης .

Το ίδιο έτος παρουσιάζεται έξαρση της δράσεως του ρουμανικού κομιτάτου. Οι βούλγαροι για αντιπερισπασμό προβαίνουν σε σκληρούς διωγμούς στην Ανατ. Ρωμυλία καιν στις 9 ΣΕΠ 1906 δολοφονούν το Μητροπολίτη Κορυτσάς Φώτιο.

            Το 1907 ο αγώνας επεκτείνεται βορειότερο μέχρι Περλεπέ , πέραν Γευγελής και Στρωμνίτσης. Ο ύπουλος όμως μηχανισμός του βουλγ. Κομιτάτου εξόντωσε περί τους 700 αποφασίζεται και η οργάνωση του αγώνα στη Θράκη για απόκρουση της εκεί βουλγ. θρησκευτικής προπαγάνδας. Μεγάλο πλήγμα η δολοφονία του καπ. Άγρα ύστερα από παρασπονδία των βουλγάρων.

            Η αρχή του 1908 βρίσκει τα Ελληνικά σώματα σε πλεονεκτική θέση. Οι βουλγ. αντιδρούν σπασμωδικά και χωρίς αποτέλεσμα.

            Αργότερα, στους Βαλκανικούς Πολέμους, μερικά από τα σώματα, ονομάσθηκαν πρόσκοποι και ανέλαβαν αποστολές στα μετόπισθεν του τουρκικού στρατού όπως διασφαλίσεις διαβάσεων, ανατινάξεις γεφυρών κ.λ.π.