Δύο κόσμοι σε σύγκρουση

του Αλέξανδρου Ιτιμούδη*

Υπάρχει ένα ρητό βγαλμένο από τους αρχαίους μας πρόγονους που λέει πως «αποτελεί σοφία το να μπορείς να κατανοείς το νόημα των λέξεων και των ονομάτων», το ίδιο ακριβώς θεωρώ πως πρέπει να συμβαίνει και στην εξωτερική πολιτική.

Δεν μπορείς δηλαδή να προχωράς με γνώμονα αυτό που θα ήθελες να συμβαίνει, αλλά αντιθέτως θα πρέπει να αναλύεις τα πάντα υπό ένα συστημικό πρίσμα, ώστε να αντιλαμβάνεσαι πραγματικά το τι συμβαίνει στην πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα τουλάχιστον στο πεδίο των ελληνοτουρκικών είναι όχι απλώς ξεκάθαρη, αλλά ισώς από τις πιο απλές διαπιστώσεις στο πεδίο της γεωπολιτικής ανάλυσης.

Υπό το πρίσμα αυτό λοιπόν, αποφάσισα να γράψω ορισμένες σκέψεις μου, οι οποίες κατά την γνώμη μου αποτελούν κρίσιμα σημεία στην κατανόηση του πως πρέπει να ειδωθούν αυτοί οι δύο υποσυστημικοί δρώντες, του ευρύτερου συστήματος της Ανατολικής Μεσογείου. Η σκέψη μου αναπτύσσεται σε δύο θεμελιώδεις συνιστώσες του ζητήματος: την γεωγραφική και την πολιτισμική. Κοντολογίς, μιλάμε για δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους, οι οποίοι όσο και να θέλουν μερικοί, δεν πρόκειται ποτέ να έρθουν σε συμφιλίωση, και μάλιστα είναι καταδικασμένοι σε σύγκρουση και αστάθεια, μέχρι ο ένας πόλος να υπερισχύσει του άλλου.

Το γεωγραφικό ζήτημα

Ο Όμηρος από τα έπη του ακόμα μας δίνει να καταλάβουμε πως το σύστημα του Αιγάιου μαζί με τα Στενά, αποτελούν αναπόσπαστα κομμάτια του χώρου που περιλαμβάνει τόσο την ηπειρωτική Ελλάδα, όσο και τα παράλια της Μικράς Ασίας. Κάνενα από τα δύο δεν έχει αξία χωρίς το άλλο, καθώς το ένα αλληλοσυμπληρώνει το άλλο, και ως εκ τούτου αυτός που ασκεί έλεγχο και στις δύο πλευρές του Αιγαίου κατέχει ίσως ένα από τα σημαντικότερα και στρατηγικότερα σημεία του πλανήτη.

Ο ποιητής λοιπόν, βάζει τους Αχαιούς να πολεμάνε τους Τρώες για τον έλεγχο τόσο των Στενών όσο και γενικότερα του Αιγαίου, διότι ο νικητής θα ελέγχει τόσο τα σημεία πνιγμού, όσο και τις εμπορευματικές ροές, κάτι που ισχύει μέχρι και τις μέρες μας, με την Ελλάδα να ασκεί έλεγχο επί του Αιγαίου, και την Τουρκία να κατέχει τα Στενά. Η κλειδαριά έχει μοιραστεί στα δύο, προς όφελος φυσικά των κυρίαρχων θαλάσσιων δυνάμεων, που αντιπροσωπέυονται από τους Αγγλοσάξονες, και γενικότερα του δυτικού συστήματος ασφαλείας.

Σε όλο το φάσμα της ιστορίας παρατηρούμε πως η απέναντι ακτή του Αιγαίου αποτελεί μια πηγή κινδύνων για τους ‘Ελληνες, οι οποίοι καθόλη την διάρκεια προσπαθούν να ασκούν έλεγχο στις Μικρασιατικές ακτές, μέσω των πολλών αποικιών τους, και της ευρύτατης διάδοσης του πολιτισμικού τους κεφαλαίου. Πάντα η Μικρά Ασία αντιπροσωπεύει το όριο ανάμεσα στον Ελληνικό – Μεσογειακό κόσμο και τον Ασιατικό δεσποτισμό.

Ο ασιατικός αυτός δεσποτισμός που έρχεται σε ολική σύγκρουση με το ελληνικό πνεύμα, έχει ως πρώτο του αντιπρόσωπο την Αχαιμενική Αυτοκρατορία. Η κατάκτηση των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας από τους Πέρσες, θα αποτελέσει το εφαλτήριο μιας σύγκρουσης πολιτισμών, η οποία διατρέχει όλη την ελληνική ιστορία από την Αρχαία Ελλάδα, μέχρι και την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, όπου τους Πέρσες σταδιακά έρχονται να αντικαταστήσουν κάποιοι νέοι αντίπαλοι από την κεντρική Ασία, τα πρώτα τουρκικά φύλα.

Η γεωγραφία είναι αμείλικτη.Κάθε δυνητικός κυρίαρχος του συστήματος της Μέσης Ανατολής, νομοτελειακά θα επιδιώξει την έξοδο του προς την θάλασσα, κυρίως μέσω της κατάκτησης της Μικράς Ασίας, όμως σε εκείνο ακριβώς το σημείο έρχεται ένα εμπόδιο. Το ελληνικό εθνοπολιτισμικό σύστημα της κυρίως Ελλάδας. Ο έχων, επομένως, το ένα κλειδί της κλειδαριάς του Αιγαιακού Συστήματος, ουσιαστικά δεν έχει τίποτα. Μόνο ένας δρων μπορεί να επωφεληθεί από την στρατηγική θέση που προσφέρει το Αιγαίο, και αυτό απαιτεί πολιτικό, οικονομικό, στρατιωτικό, και πολιτισμικό έλεγχο και στις δύο ακτές της συγκεκριμένης θάλασσας.

Στην σύγχρονη ελληνική ιστορία δυστυχώς υπήρξαν πολύ λίγοι που μπόρεσαν να κατανοήσουν την γεωγραφική κατάσταση, και το κόστος που απαιτείται προκειμένου αυτή να δουλέψει υπέρ των ελληνικών συμφερόντων. Ένας από αυτούς ήταν και ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Αυτός μόνο είχε κατανοήσει πως για να εκμηδενίσει τελείως τον υποσυστημικό δρώντα που ακούει στο όνομα Οθωμανική αυτοκρατορία/Τουρκία, θα έπρεπε να ολοκληρώσει την αποκοπή του από τα Μικρασιατικά Παράλια. Η Συνθήκη των Σεβρών έφερε ουσιαστικά την Ελλάδα ένα βήμα από την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, καθώς η περιοχή της Σμύρνης θα αποτελούσε το εφαλτήριο για την αποσύνθεση του οθωμανικού μορφώματος, και υπό προϋποθέσεις την απόδοση στην Ελλάδα, του δεύτερου κλειδιού, δηλαδή των Στενών. Δεν θα αναλύσουμε επί του παρόντος το γιατί αυτό απέτυχε.

Παραθέτω εδώ ένα πολύ όμορφο χάρτη για να μπορέσει να κατανοήσει ο αναγνώστης τι θα σήμαινε στην πράξη η κατοχή του Αιγαιακού Συστήματος, από την πλευρά της Ελλάδας. Ουσιαστικά το γεωγραφικό στοιχείο αποδίδει στον κάτοχο του στρατηγικές δυνατότητες που μπορούν να τον καταστήσουν ως περιφερειακή δύναμη μεγάλης ισχύος. Τα βασικότερα σημεία που θα περιελάμβανε ένας τέτοιος γεωγραφικός ενοποιημένος χώρος θα ήταν τα Στενά, η θάλασσα του Αιγαίου, η Κρήτη, και φυσικά η Κύπρος, εφόσον αποτελεί φυσική συνέχεια του ελληνικού πολιτισμικού συστήματος.

Συμπερασματικά αυτά που μπορούμε να πούμε είναι πως η γεωγραφική αξία της περιοχής δεν αφήνει κανένα περιθώριο εφησυχασμού στην Ελλάδα, ούτε φυσικά περιθώρια συμφιλίωσης με την Τουρκία.

Πρόκειται για ένα σύστημα όπου μόνο ένας από τους δύο ανταγωνιστές θα υπερισχύσει και ο άλλος είναι καταδικασμένος είτε να απορροφηθεί από τον άλλο, είτε να δορυφοροποιηθεί και ουσιαστικά να απονευρωθεί γεωπολιτικά.

Για τους Έλληνες όπως αναφέραμε είναι η πηγή των κινδύνων από αρχαιοτάτων χρόνων, ενώ για την ασιατική δύναμη, είτε λέγονται Πέρσες είτε Τούρκοι, αποτελεί ένα πεδίο στο οποίο επιζητούν τον έλεγχο και την κυριαρχία. Κυριαρχία που έρχεται μόνο αν κατακτηθεί η ακτή της ηπειρωτικής Ελλάδας. Επομένως για τους Έλληνες δεν υπάρχει άλλη επιλογή, παρά μόνο η αναχαίτιση της απειλής.

Το πολιτισμικό/θρησκευτικό ζήτημα

Βασικό χαρακτηριστικό της θρησκευτικής – ιδεολογικής ετερότητας ανάμεσα στον ελληνικό κόσμο και τις δεσποτείες της Ανατολής, ήταν το έντονο αντιστικτικό στοιχείο της αντιπαράθεσης καλού και κακού που επικρατούσε στα θρησκευτικά ιδεώδη των Περσών, και τα οποία ισχύουν και σε μεγάλο βαθμό και στο Ισλάμ, το οποίο κληροδότησαν τα τουρκικά φύλα όταν έφτασαν στην περιοχή.

Η ζωροαστρική παράδοση ήταν η πρώτη που έδωσε τα θεμέλια για τον λεγόμενο «ιερό πόλεμο» ο οποίος σαν θρησκευτικό και ιδεολογικό δρώμενο, αποτέλεσε βασικό χαρακτηριστικό των λαών της Ανατολής, και στην περίπτωση μας και των Τούρκων. Αντιλαμβανόμαστε βεβαίως πως κάτι τέτοιο θα ερχόταν σε ευθεία αντιπαράθεση με το ελληνικό ιδεώδες, το οποίο εκτός του ότι ήταν περισσότερο ατομικιστικό, ενείχε μέσα του και χαρακτηριστικά ανθρωπισμού.

Οι Έλληνες ακόμα και όταν μεταστράφηκαν από τον αρχαιοελληνικό πολυθεϊσμό προς την Χριστιανική Πίστη, διαμόρφωσαν ένα δόγμα το οποίο συνέχισε, λόγω της μορφής του, να έρχεται προς ευθεία αντιπαράθεση με τον ισλαμικό δεσποτισμό, που είχε πλέον αναλάβει τα πρωτία στο σύστημα της Μέσης Ανατολής.

Όπως οι πιστοί του Ζωροαστρισμού επιζητούσαν την θεϊκή παγκόσμια τάξη του Άχουρα Μάζντα, έτσι και οι μουσουλμάνοι ξεχώριζαν με σαφή όρια τον Οίκο του Θεού με τον Οίκο του Πολέμου. Παρατηρούμε δηλαδή μια αξιοσημείωτη ταύτιση των δύο θρησκευτικών συστημάτων, τα οποία με την σειρά τους διαμορφώνουν τον πυλώνα ισχύος του Πολιτισμού για κάθε λαό. Και τα δύο γεωστρατηγικά δόγματα Περσών και μετέπειτα Τούρκων, διαμορφώθηκαν στην αντίληψη της καθολικής κυριαρχίας.

Δεν είναι όμως μόνο ο θρησκευτικός παράγοντας που διαμορφώνει την απειλή που αντιμετωπίζει πάνω από μία χιλιετία ο Ελληνισμός. Βασικό χαρακτηριστικό της νομαδικής κουλτούρας, την οποία φέρουν μέχρι και σήμερα οι Τούρκοι, είναι αφενός μεν η κλίση προς την αυξημένη πολεμική βία, και αφετέρου ο ληστρικός χαρακτήρας. Αυτό με την σειρά του διαμόρφωνε ένα ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο υψηλού πολιτισμού, και από την άλλη τροφοδοτούσε ένα συναίσθημα αρπαγής και λεηλασίας, τον αγροτικών πληθυσμών οι οποίοι εξ ορισμού λόγω μόνιμης εγκατάστασης, είχαν αναπτύξει όπως οι Έλληνες, υψηλά ιδανικά για αυτό που σήμερα λέμε «πατρίδα» και «οίκος».

Οι Τούρκοι επομένως ως κατεξοχήν λαός με νομαδική νοοτροπία, είχαν και έχουν έντονο το συναίσθημα της παρασιτικής θα λέγαμε εκμετάλλευσης και επικυριαρχίας επί των πληθυσμών, οι οποίοι είχαν την ατυχία να βρεθούν στο ιστορικό τους διάβα. Δεν είναι τυχαίο πως το τουρκικό κράτος δεν έχει δομηθεί πάνω σε καμία κοινωνική και εθνική συναίνεση, αλλά αντίθετα στις γενοκτονίες, τους βίαιους εκτουρκισμούς, και τις εκτοπίσεις γηγενών πληθυσμών.

Αυτή λοιπόν η κουλτούρα της στέπας, είχε ως αποτέλεσμα, από κοινού με τον θρησκευτικό παράγοντα, την δημουργία έντονης αντιστικτικής οπτικής κατά των πληθυσμών αυτών, από τους γηγενείς αγροτικούς πληθυσμούς, οι οποίοι διέβλεπαν μια οικονομική και πολιτισμική διασάλευση της ζωής τους από τον νομαδικό παρασιτισμό. Οι Τούρκοι λοιπόν προέκυψαν ως πολιτισμικός παράγων στην περιοχή από τον συγκερασμό της νομαδικής κουλτούρας και της θεοκρατικής αντίληψης του Ισλάμ.

Η ελληνική κοσμοαντίληψη επομένως αποδείχτηκε πως ήταν εξ ορισμού αδύνατο να συνυπάρξει με την αντίστοιχη τουρκική, καθώς η μία κουλτούρα θα έπρεπε είτε να απορροφήσει την άλλη, είτε να την καταστρέψει.

Συμπερασματικά

Η διαμάχη μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αποτελεί τον κλασσικό ορισμό του ανταγωνισμού μεταξύ ναυτικής και χερσαίας δύναμης. Τυπολογικά η Τουρκία ως χερσαία μάζα προσπαθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να «πνίξει» την Ελλάδα, και από την πλευρά της η Ελλάδας ως θαλάσσια δύναμη να ανασχέσει την Τουρκία μέσω του ελέγχου των θαλασσίων οδών στην περιοχή του Αιγαίου, στρέφοντας την προσοχή στην περιοχή των Στενών και των Μικρασιατικών παραλίων.

Η Τουρκία μάλιστα έχει επιδοθεί τα τελευταία ειδικά χρόνια στην «νομαδική τακτική» της συνεχούς πολιορκίας, χρησιμοποιώντας κυρίως υβριδικά μέσα, προκειμένου να «φθείρει» την Ελλάδα, χωρίς όμως να διακινδυνεύσει άμεσα μια στρατιωτική εμπλοκή. Εξάλλου η Τουρκία ως πολιτισμικός δρων ανέκαθεν διεξήγαγε επιχειρήσεις κατά παρηκμασμένων και ευρισκώμενων σε καθεστώς αποσύνθεσης αυτοκρατοριών.

Δεδομένου λοιπόν του γεγονότος πως ο γεωπολιτισμικός παράγοντας παίζει καταλυτικό ρόλο στην διαμόρφωση των σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, γίνεται απόλυτα κατανοητό πως δεν υπάρχει περιθώριο συννενόησης μεταξύ των δύο, όπως συχνά πυκνά ακούμε από διάφορους «αναλυτές» και «δεξαμενές σκέψεις».

Το κλειδί για την ασφάλεια της Ελλάδας βρίσκεται στον έλεγχο του Αιγαίου, και σε δεύτερο επίπεδο, στην ανάσχεση της χερσαίας δύναμης πέρα από τα παράλια της Μικράς Ασίας. Εαν τώρα σε αυτό συνυπολογίσουμε και την πολιτισμική και ιδεολογική απόσταση που χωρίζει τις κοινωνίες, οδηγούμαστε με ακρίβεια στο συμπέρασμα πως το δίλλημα ασφαλείας για την Ελλάδα δεν πρόκεται να εκλείψει ούτε εύκολα, ούτε και σύντομα.


*Ο Αλέξανδρος Ιτιμούδης, είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Γεωπολιτικής Ανάλυσης, Γεωστρατηγικής Σύνθεσης και Σπουδών Άμυνας και Ασφάλειας.

2 σχόλια

  1. Πολύ ωραία ολα αυτα, χωρίς αμφιβολία. Όνειρα ομως θερινής νυκτος και για την τρέχουσα και για αρκετές επόμενες γενιές, (αν υπάρχουν γιατί το δημογραφικο μετα βιας αν επιτρέπει την επιβιωση της φυλής μας)