Η ψυχογεωπολιτική και το πολιτισμικό στρατηγικό βάθος.

Γράφει ο Αλέξανδρος Ιτιμούδης.


Αφορμή για την συγγραφή του παρόντος άρθρου μου έδωσε ο καθηγητής μου Κ.Γρίβας με ένα πρόσφατο άρθρο του, όπου εισήγαγε μια πολύ ενδιαφέρουσα έννοια. Έγραψε συγκεκριμένα για τον όρο της ψυχογεωπολιτικής, λέγοντας εν συντομία πως ένας δρων (και συγκεκριμένα η Δύση) δύναται να ορίσει θετικά τον εαυτό του, διότι αν δεν το κάνει αυτό τότε μοιραία θα τον ορίσει αρνητικά. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την δημιουργία ενός «Σκοτεινού Άλλου» στην προσπάθεια του δρώντως να ορίσει εν τέλει θετικά τον εαυτό του. Εξ αφορμής αυτού λοιπόν θα επιχειρηθεί στο παρόν κείμενο να πάμε ένα βήμα παραπέρα αυτή τη σκέψη.

Θα ξεκινήσουμε καταρχήν με ένα συγκεκριμένο αξίωμα, που επίσης διατύπωσε στο άρθρο του ο Κ.Γρίβας: Η ρεαλιστική σχολή των διεθνών σχέσεων ασφαλώς προσφέρει σημαντικά εργαλεία κατανόησης της συπεριφοράς των κρατικών δρώντων, εδραζόμενα σαφώς σε μετρήσιμα γεωπολιτικά συμφέροντα και σε μια προσπάθεια εξισορρόπησης ισχύος. Όμως σε πολλά σημεία της συμπεριφοράς των κρατών, παίζει σημαντικό ρόλο αυτό που θα ονομάσουμε «πολιτισμικό στρατηγικό βάθος». Στο σημείο αυτό θα γίνει σαφώς μνεία στην Συστημική Γεωπολιτική Ανάλυση του καθηγητού Ι.Μάζη, όπου εκεί αναφέρεται πως ο πυλώνας ισχύος του Πολιτισμού/Πληροφορίας, αποτελεί αυτόν με την μεγαλύτερη και διαχρονικότερη επιρροή. Όπως θα δούμε εδώ, όχι τυχαία.

Το πως ορίζει ένας δρων τον εαυτό του αποτελεί κάτι πάρα πολύ βασικό για την πορεία που αυτός επιδιώκει να χαράξει. Βλέπουμε πως κράτη με σημαντικό ιστορικό παρελθόν, το οποίο μπορεί να ορίζεται βάσει συγκεκριμένων ιστορικών περιόδων, μεγάλων επιτευγμάτων, σημαντικών ανθρώπων, αλλά και κατακτήσεων, δύνανται να δομήσουν ένα ισχυρό πολιτισμικό πυρήνα, όπου εκεί βρίσκεται το πολιτικό τους αφήγημα, η ταυτοτική αυτοαναφορά τους, αλλά και οι αξίες που ενστερνίζονται ως κοινωνίες. Η ιστορία έχει δείξει πως πολιτισμοί που δεν μπόρεσαν να έχουν ισχυρή ταυτοτική αναφορά, μοιραία είτε απορροφήθηκαν από επιθετικότερους και ισχυρότερους πολιτισμούς, είτε μαράζωσαν και καταστράφηκαν.

Η σημερινή συγκυρία έχει δείξει πως είναι λάθος να εμμένουμε στο μοντέλο ενός δρώντος ο οποίος είναι απόλυτα ορθολογικός και λειτουργεί αυστηρά βάση μελετημένων και προκαθορισμένων κριτηρίων, υπό μια ψυχρή ματιά. Αντίθετα το πως ορίζεις τον ίδιο σου τον εαυτό, το πως σε βλέπουν οι άλλοι, αλλά και το πως ορίζεις εσύ τους άλλους αποτελεί μια πραγματικότητα η οποία είναι και ευμετάβλητη στον ιστορικό χωροχρόνο, αλλά και αποτελεί στόχο υβριδικών, και συγκεκριμένα ψυχολογικών επιχειρήσεων.

Η Δύση λοιπόν, αλλά και ειδικότερα η Ελλάδα, διανύει μια περίοδο όπου τα ίδια τα θεμέλια του πολιτισμικού τους βάθους και υπόβαθρου τίθενται υπό μεγάλη κρίση, και το χειρότερο δε είναι πως σε πολλές των περιπτώσεων αυτή η επίθεση συντελείται από τα ίδια τα μέλη των κοινωνιών τους. Μιλάμε δηλαδή για μια σχιζοφρενική τάση που διακατέχει κάποιες κρίσιμες μάζες του πληθυσμου των δυτικών χωρών, και η οποία αποδομεί σταδιακά όλο το νοητικό και πολιτισμικό οικοδόμημα με το οποίο ο δυτικός κόσμος κυριάρχησε ανά τους αιώνες.

Ο πυλώνας Πολιτισμού/Πληροφορίας είναι ένας ιδιαίτερα κρίσιμος τομέας για πολύ συγκεκριμένους λόγους. Καταρχήν η επιρροή που μπορεί ένας δυνητικός αντίπαλος ή ο ίδιος ο δρων να ασκήσει, είναι κατά πολυ διαχρονικότερη από τους υπόλοιπους (στρατιωτικός,πολιτικός,οικονομικός). Δεύτερον τα μέσα που χρησιμοποιούνται έχουν μικρότερο κόστος, είναι πιο άμεσα στις εφαρμογές τους, και εύκολα στην χρήση τους. Ειδικότερα δε η άνοδος της τεχνολογίας και των μέσων μαζικής επικοινωνίας έχει διευκολύνει κατά πολύ την επιρροή που μπορεί να ασκήσει πλέον ένας μεμονωμένος άνθρωπος, ένας μη κρατικός δρων, ένα κράτος, ή ακόμα και μια τρομοκρατική οργάνωση. Τρίτον η επιρροή που μπορεί να ασκηθεί είναι περισσότερο υποδόροια και τα αποτελέσματα της είναι πολύ πιο δύσκολο να προβλεφθούν και να αντιμετωπιστούν.

Από την άλλη πλευρά ένας κρατικός δρων που έχει δομήσει την ισχύ του βασιζόμενος σε ένα σταθερό, αμετάβλητο, και ανθεκτικό πολιτισμικό πυρήνα, τότε μοιραία θα κατορθώσει να αναπτύξει και τους υπόλοιπους τρεις πυλώνες ισχύος, αυξάνοντας έτσι το απόθεμα σχετικής ισχύος του. Δεν είναι καθόλου τυχαίο λοιπόν που ο δυτικός κόσμος δέχεται συντονισμένη επίθεση ακριβώς σε αυτό το συστατικό που του επέτρεψε να κυριαρχήσει γεωπολιτικά, με ευθύνη μάλιστα των ίδιων των κοινωνιών που απαρτίζουν αυτό που ονομάζεται Δύση.

Και κάπου εδώ έρχεται και ο ρόλος της Ελλάδας, η οποία ως γεωπολιτισμικός πόλος, διαθέτει ίσως ένα από τα ισχυρότερα, και για την ώρα λιγότερο αξιοποιήσιμα πολιτισμικά αποθέματα, όσον αφορά ειδικά την περιοχή που εκτείνεται από την χερσόνησσο του Αίμου, μέχρι και την Μέση Ανατολή και Βόρειο Αφρική. Η Ελλάς, λοιπόν έχει την ιστορική τύχη να διαθέτει τόσο αρχαία όσο και μεσαιωνική ταυτοτική αναφορά, η οποία τις προσδίδει ένα τεράστιο γεωπολιτικό απόθεμα ήπιας ισχύος. Δεν θα αναφερθούμε περαιτέρω για το πως αυτό μπορεί να το αξιοποιήσει και με ποιους τρόπους, θα σταθούμε όμως στο ότι και αυτή ως κρατικός δρων δέχεται μια ανευ όρων συντονισμένη επίθεση,με στόχο την ιδεολογική και νοητική αποδόμηση της.

Όπως αναφέραμε παραπάνω η άσκηση επιρροής μέσω του πολιτισμικού πυλώνα αξιοποιεί ένα μεγάλο εύρος θεσμών, ΜΚΟ, μέσων μαζικής ενημέρωσης, μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ατόμων με δυνατότητα επηρεασμού των μαζών, καθώς και ινστρούκτορες και ινστιτούτα μελετών καθώς και δεξαμενών σκέψης. Το σύστημα αυτό, το οποίο εργαλειοποιείται και από μυστικές υπηρεσίες κρατών αλλά και από μη κρατικούς δρώντες, εκμεταλλεύτεται στο έπακρο το πληροφοριακό χάος της σημερινής εποχής, καθώς και την άγνοια του, σε μεγάλο μέρος του, ανεκπαίδευτου πληθυσμού σε θέματα ψυχολογικών επιχειρήσεων και αξιολόγησης πληροφοριακών δεδομένων.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, δυστυχώς τα χρόνια προβλήματα εκπαίδευσης και η συστηματική αποδόμηση των εθνικών συμβόλων, αξιών, πολιτισμικών αυτοαναφορών, καθώς και η τάση αμφισβήτησης παγιωμένων αντιλήψεων, συνετέλεσαν στο να υφίσταται αυτή την στιγμή η χώρα έναν υβριδικό πόλεμο ασύμμετρων αποτελεσμάτων και μάλιστα πολλές φορές από τα ίδια τα μέλη της κοινωνίας της.

Όλο αυτό αποτελεί σαφώς τροχοπέδη για την γενικότερη ανάπτυξη της χώρας και την ανάδειξη της ως γεωπολιτικού αυτόφωτου δρώντως στο διεθνές στερέωμα. Η εκάστοτε ανάπτυξη της ισχύος, προϋποθέτει πάνω από όλα ένα πληθυσμό ο οποίος να ξέρει ποιος είναι,  που θέλει να βαδίσει, και τι είναι διατεθειμένος να πράξει και να θυσιάσει ακόμα, προκειμένου να αναδείξει το κράτος του. Σε αυτό καίριο ρόλο παίζει το πολιτισμικό στρατηγικό βάθος, το οποίο όσο μεγαλύτερο είναι τόσο μεγαλύτερη ανθεκτικότητα προσδίδει στα άτομα που είναι φορείς του. Είναι προφανές λοιπόν πως η Ελλάδα όπως και η Δύση σε αυτόν τον «πόλεμο πολιτισμών» που δέχονται όχι απλώς δεν πρέπει να παραμείνουν αμέτοχες, αλλά να κινητοποιήσουν όλα τα μέσα που διαθέτουν προκειμένου να εξέλθουν νικητές. Διότι ο πόλεμος αυτός πραγατοποιείται σε όλο το φάσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας και εμπλέκει όχι μόνο ηγεσίες, αλλά τον καθένα από εμάς.

Το πολιτισμικό στρατηγικό βάθος πρέπει να αναφερθεί πως αποτελεί την το πρωταρχικό επίπεδο νοηματοδότησης τόσο της εμπειρίας των ατόμων, όσο και το θεμέλιο της πνευματικής ανάπτυξης, που καθοδηγεί την κοινωνία στο να πετύχει σπουδαία κατορθώματα και επιτεύγματα. Είναι λογικό πως ένας λαός με φιλοσοφικό, εμπορικό, μαχητικό, και αυτοκρατορικό υπόβαθρο, νομοτελειακά θα «υποτάξει» άλλους λαούς με χαμηλότερο ή αποδιοργανωμένο πνευματικό οικοδόμημα. Ο Ελληνισμός όσο και αν δεν αρέσει σε πολλούς αυτό, διαθέτει τεράστια πολιτισμική παρακαταθήκη καθώς έχει υπάρξει δύο φορές αυτοκρατορία (Ελληνιστική Αυτοκρατορία Μεγ.Αλεξάνδρου και Βυζαντινή Αυτοκρατορία), έχει ασκήσει δυσανάλογη για το πληθυσμιακό του μέγεθος επιρροή σε μια περιοχή που εκτείνεται από τις ακτές της Ισπανίας, μέχρι την Αίγυπτο και την Αιθιποία, και από τον Δούναβη μέχρι τα εδάφη της Αρμενίας, ενώ παράλληλα διαθέτει το πολιτικό και φιλοσοφικό κεκτημένο της Αρχαίας Ελλάδας, μέσω της γραμματείας και της ιστοριογραφίας. Η μαγιά δηλαδή υπάρχει μέχρι και σήμερα, και βρίσκεται καθαρά στα χέρια των ιθυνόντων της πολιτικής διακυβέρνησης του κατά πόσο θα την επεκτείνουν, και ακόμα να την εργαλειοποιήσουν προς ικανοποίηση των γεωστρατηγικών στόχων του ελληνικού κράτους.